«Σήμερα, η ελληνική ακτοπλοΐα βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό ορόσημο. Η πράσινη μετάβαση δεν αποτελεί απλώς μια κανονιστική υποχρέωση, αλλά το κλειδί για το μέλλον της χώρας μας.
Θέλω να τοποθετηθώ ευθέως στις προκλήσεις αυτές αναδεικνύοντας την πραγματική υπεραξία του κλάδου μας στην οικονομία και στην συνοχή της κοινωνίας. Η ελληνική ακτοπλοΐα δεν είναι απλώς ένας μεταφορικός κλάδος. Είναι βασικός πυλώνας εθνικής συνοχής».
Διαβάστε ακόμη: Τραμπ: Ζητά αλλαγές στη συμφωνία με το Ιράν – Στο επίκεντρο το πυρηνικό πρόγραμμα και τα Στενά του Ορμούζ
Τα λόγια του προέδρου του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας Διονύση Θεοδωράτου είναι ξεκάθαρα και εναρμονισμένα με τα πλάνα του φορέα, ο οποίος εκπροσωπεί τις ναυτιλιακές εταιρείες που διαχειρίζονται τα ακτοπλοϊκά πλοία.
Αναλύοντας, στη συνέχεια, ο Διονύσης Θεοδωράτος ποια προβλήματα αντιμετωπίζει η πράσινη μετάβαση και οι επενδύσεις που έχουν γίνει για τον εκσυγχρονισμό του ακτοπλοϊκού στόλου είπε: «Τα τελευταία χρόνια, οι επενδύσεις του κλάδου ξεπέρασαν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Και όμως, σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση: Την πράσινη μετάβαση, η οποία δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαιότητα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από τη στρατηγική “Fit for 55” θέτει φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών και η ναυτιλία καλείται να συμβάλει ουσιαστικά κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, με στόχο την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Παράλληλα, μέτρα όπως το FuelEU Maritime, το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών και οι νέοι ενεργειακοί κανονισμοί αλλάζουν ριζικά το τοπίο της ναυτιλίας.
Για την ελληνική ακτοπλοΐα, αυτό σημαίνει τρία βασικά πράγματα:
• Πρώτον, ανανέωση στόλου.
Η μετάβαση σε καύσιμα χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών, όπως το LNG, τα βιοκαύσιμα, ακόμη και το υδρογόνο ή η ηλεκτρική ενέργεια, δεν είναι πλέον ένα σενάριο – είναι ήδη σε εξέλιξη.
• Δεύτερον, επενδύσεις σε υποδομές.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για πράσινα πλοία χωρίς πράσινα λιμάνια. Η ανάπτυξη υποδομών ηλεκτροδότησης από ξηράς (Cold Ironing), η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των λιμένων και η ενσωμάτωση “έξυπνων” τεχνολογιών είναι κρίσιμες παράμετροι.
• Τρίτον, εκπαίδευση και ανθρώπινο δυναμικό.
Η εξοικείωση των πληρωμάτων με τις νέες τεχνολογίες και τα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης είναι απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό του κλάδου και την παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου. Παράλληλα, η επένδυση στις δεξιότητες των εργαζομένων ενισχύει την επιχειρησιακή ετοιμότητα και διασφαλίζει την αποτελεσματική σύνδεση των νησιωτικών περιοχών.
Η μετάβαση αυτή έχει υψηλό κόστος και σημαντικές προκλήσεις. Απαιτείται η ανανέωση του ελληνικού ακτοπλοϊκού στόλου – που γηράσκει, με μέση ηλικία που αναμένεται να φτάσει τα 36 έτη έως το 2030. Το χρηματοδοτικό κενό μέχρι το 2030 λόγω του επιπρόσθετου επενδυτικού (CAPEX) και του λειτουργικού κόστους (OPEX) της ακτοπλοϊκής πράσινης μετάβασης εκτιμάται σε 2,47 δισ. ευρώ (Μελέτη ΥΝΑΝΠ, Μάρτιος 2026) και για τα επόμενα 25 έτη υπολογίζεται ότι θα ανέλθει συνολικά σε 5.46 δισ. ευρώ. Παράλληλα, απαιτούνται επιπλέον κεφάλαια για τον εκσυγχρονισμό νεώτερων πλοίων και τη μείωση του περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος».
Ο Διονύσης Θεοδωράτος διατύπωσε ένα ερώτημα, αλλά έδωσε και την απάντηση:
«Εδώ τίθεται ένα ερώτημα: Μπορεί ο νησιώτης, η ελληνική ακτοπλοΐα, να σηκώσουν μόνοι τους αυτό το βάρος; Η απάντηση είναι σαφέστατα όχι.
Διότι, αν η πράσινη μετάβαση δεν συνοδευτεί από τα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία και κίνητρα, υπάρχει κίνδυνος αύξησης του κόστους λειτουργίας, το οποίο αναπόφευκτα θα μετακυλιστεί στα εισιτήρια. Αυτό θα επηρεάσει άμεσα την προσβασιμότητα των νησιών, τον τουρισμό και τελικά την ίδια την κοινωνικοοικονομική συνοχή.
Η μετάβαση πρέπει να είναι δίκαιη και ρεαλιστική και για τον λόγο αυτό η Πολιτεία σε άμεση συνέργεια με τον κλάδο χαράζει πολιτικές που να αφορούν:
• Πρώτον, στη διαμόρφωση ενός σταθερού και υποστηρικτικού ακτοπλοϊκού θεσμικού πλαισίου της δωδεκάμηνης διασυνδεσιμότητας και της νησιωτικότητας.
Η ακτοπλοΐα να αντιμετωπιστεί ως υπηρεσία γενικού συμφέροντος και στο πλαίσιο αυτό μέτρα όπως η πρόσφατη θέσπιση από την Πολιτεία της αποζημίωσης των υποχρεωτικών εκπτώσεων σε κοινωνικές ομάδες καθώς και η εξέταση μέτρων όπως της μείωσης των συντελεστών ΦΠΑ στα εισιτήρια και της επιδότησης των εργοδοτικών εισφορών αποτελούν κρίσιμη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ακτοπλοϊκού δικτύου μεταφορών και συγκοινωνιών.
• Δεύτερον, στη συγχρηματοδότηση των πράσινων επενδύσεων.
Η αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων, από Ταμεία της Πράσινης Συμφωνίας, αλλά και η δημιουργία μηχανισμών όπως ένα “Fund & Reward” στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, μπορούν να ανακατευθύνουν πόρους και να επιστρέψουν στον κλάδο για επενδύσεις σε καθαρότερες τεχνολογίες πρόωσης των πλοίων και ενέργειας.
• Τρίτον, στην ανάπτυξη λιμενικών υποδομών.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για πλοία μηδενικών εκπομπών χωρίς λιμένες που να υποστηρίζουν ηλεκτροδότηση, εναλλακτικά καύσιμα και σύγχρονες ενεργειακές λύσεις.
• Και τέταρτον, στην στρατηγική εθνικού ακτοπλοϊκού σχεδιασμού.
Άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία και κράτη της Βόρειας Ευρώπης, έχουν ήδη προχωρήσει σε προγράμματα επιδότησης της πράσινης ανανέωσης του στόλου τους, με σημαντική στήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί άμεσα προς την ίδια κατεύθυνση. Η πράσινη μετάβαση δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική υποχρέωση, θα πρέπει να είναι και πιο “έξυπνη”.
Η ψηφιοποίηση, η βελτιστοποίηση δρομολογίων, η χρήση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, η αναβάθμιση της εμπειρίας του επιβάτη – όλα αυτά συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα. Μια ακτοπλοΐα πιο φιλική στο περιβάλλον, αλλά και πιο ποιοτική για τον επιβάτη, αποτελεί την ευκαιρία για να δημιουργήσουμε μια ακτοπλοΐα πιο σύγχρονη και πιο ανταγωνιστική. Μια ακτοπλοΐα που συνεχίζει σήμερα να στηρίζει την οικονομία και σέβεται το θαλάσσιο περιβάλλον, που αποτελεί το ίδιο της το πεδίο δραστηριότητας.
Όμως, για να το πετύχουμε αυτό, χρειάζεται συνεργασία. Κράτος, επιχειρήσεις, ευρωπαϊκοί θεσμοί και χρηματοπιστωτικός τομέας πρέπει να κινηθούν συντονισμένα. Σε αυτή τη μετάβαση, ο Πειραιάς μπορεί και πρέπει να πρωταγωνιστήσει. Ως κέντρο ναυτιλίας, εκπαίδευσης, καινοτομίας. Ως λιμένας και πόλη που δεν ξεχνά την ιστορία της, αλλά κοιτάζει μπροστά. Ο Πειραιάς, εκτός από ναυτιλιακή πύλη, είναι και η κύρια ακτοπλοϊκή πύλη της Ελλάδας προς 100 και παραπάνω νησιωτικούς προορισμούς, τουριστική πύλη υποδοχής επισκεπτών και κρίσιμη υποδομή της ανάπτυξης και της συνδεσιμότητας των νησιωτικών περιοχών μας με την ηπειρωτική χώρα μας.
Η ακτοπλοΐα αποτελεί τον ζωτικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην ηπειρωτική χώρα και τα νησιά μας. Δεν μεταφέρει μόνο επιβάτες και αγαθά, μεταφέρει ζωή, πολιτισμό, ευκαιρίες.
Εξυπηρετεί καθημερινά τη νησιωτικότητα, στηρίζει τον τουρισμό, ενισχύει το εμπόριο και κρατά ζωντανές τις τοπικές νησιωτικές κοινωνίες.
Με ένα εκτεταμένο δίκτυο σταθερών, σύγχρονων και ασφαλών θαλάσσιων μεταφορών, οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις μετακινούν εκατομμύρια επιβάτες, οχήματα και εμπορεύματα κάθε χρόνο.
Και αξίζει να τονιστεί κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Το 95% αυτής της δραστηριότητας πραγματοποιείται χωρίς καμία κρατική ενίσχυση ή επιχορήγηση. Μόλις το 5% αφορά σε γραμμές δημόσιας υπηρεσίας –τις γνωστές “άγονες γραμμές”–, όπου οι εταιρείες αποζημιώνονται όχι ως επιδότηση, αλλά ως αντιστάθμιση για την παροχή ενός κρίσιμου κοινωνικού έργου, το οποίο διαφορετικά δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί.
Αυτό αποδεικνύει ότι η ελληνική ακτοπλοΐα στηρίζεται διαχρονικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην επιχειρηματικότητα».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (29 ΜΑΙΟΥ 2026)




