Τις σημαντικές προοπτικές της Ελλάδας να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο ναυπηγοεπισκευής και εξειδικευμένων ναυτιλιακών υπηρεσιών αναδεικνύει νέα ανάλυση της EY-Parthenon, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η αξιοποίηση των ευκαιριών προϋποθέτει την αντιμετώπιση χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων του κλάδου.
Η μελέτη εξετάζει την παγκόσμια και ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική αγορά, αναλύοντας την αλυσίδα αξίας του κλάδου και τις διεθνείς τάσεις που διαμορφώνουν το μέλλον της ναυπηγικής βιομηχανίας.
Διαβάστε ακόμα: TotalEnergies και Eni δίνουν το «πράσινο φως» για την ανάπτυξη του κοιτάσματος «Cronos» στην Κύπρο
Η τεχνολογία αλλάζει τον παγκόσμιο χάρτη
Σύμφωνα με την EY-Parthenon, η ανάπτυξη του παγκόσμιου στόλου προέρχεται πλέον κυρίως από την αύξηση της χωρητικότητας των πλοίων και όχι από τον αριθμό τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου και εμπορευματοκιβωτίων.
Τα ναυπηγεία αντιπροσωπεύουν το 53% της συνολικής αξίας ενός πλοίου, ενώ οι ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες εγκατάστασης (outfitting) συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της τεχνικής πολυπλοκότητας και των απαιτούμενων ανθρωποωρών.
Η ψηφιοποίηση, η τεχνολογική καινοτομία και η μετάβαση προς την απανθρακοποίηση αναδιαμορφώνουν τη βιομηχανία, καθιστώντας την τεχνολογική ωριμότητα, την ευελιξία και την ικανότητα προσαρμογής στους νέους περιβαλλοντικούς κανονισμούς βασικούς παράγοντες ανταγωνιστικότητας.
Παράλληλα, η γήρανση του ευρωπαϊκού στόλου δημιουργεί αυξημένη ζήτηση για εργασίες συντήρησης, επισκευής, μετατροπών και ενεργειακών αναβαθμίσεων, ενισχύοντας τις προοπτικές του κλάδου.
Τα πλεονεκτήματα και οι αδυναμίες της Ελλάδας
Η ανάλυση επισημαίνει ότι τα ελληνικά ναυπηγεία διαθέτουν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, το ανταγωνιστικό λειτουργικό κόστος και τη στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής.
Ωστόσο, η Ελλάδα αξιοποιεί σήμερα λιγότερο από 1% της διεθνούς αγοράς εργασιών συντήρησης πλοίων, γεγονός που αποκαλύπτει σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης.
Στην ανταγωνιστικότητα του κλάδου εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, η γήρανση του εργατικού δυναμικού, η περιορισμένη επανακατάρτιση, η γραφειοκρατία, οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης, οι περιορισμένες υποδομές και η χαμηλή ψηφιοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών.
Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι το υφιστάμενο μοντέλο λειτουργίας των ελληνικών ναυπηγείων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξωτερικές αναθέσεις (outsourcing), γεγονός που προσφέρει ευελιξία αλλά περιορίζει την ανάπτυξη τεχνογνωσίας, αυξάνει την εξάρτηση από τρίτους και δυσχεραίνει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας.
Προοπτικές τετραπλασιασμού των εσόδων
Σήμερα, τα έσοδα του ελληνικού ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα ανέρχονται σε περίπου 197 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας μόλις 0,4% της παγκόσμιας αγοράς.
Σύμφωνα με την EY-Parthenon, ένα ρεαλιστικό σενάριο ανάπτυξης, που θα βασιστεί στη στοχευμένη εξειδίκευση σε συγκεκριμένες κατηγορίες πλοίων και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, θα μπορούσε να αυξήσει το μερίδιο της Ελλάδας στο 1,6%, οδηγώντας τα ετήσια έσοδα στα περίπου 759 εκατ. ευρώ.
Η ανάλυση εντοπίζει, παράλληλα, σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης μέσω στρατηγικών συνεργασιών, ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα, που μπορούν να οδηγήσουν στην ανάληψη έργων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, καθώς και μέσω της αγοράς των πολυτελών σκαφών αναψυχής, η οποία δημιουργεί νέες δυνατότητες για εξειδικευμένες κατασκευές και υπηρεσίες.
Επενδύσεις σε ψηφιοποίηση και ανθρώπινο δυναμικό
Σχολιάζοντας τα συμπεράσματα της μελέτης, ο εταίρος της EY-Parthenon Ελλάδας, Δημήτρης Παπακανέλλου, υπογράμμισε ότι η χώρα διαθέτει ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μια νέα αναπτυξιακή πορεία του κλάδου.
Όπως ανέφερε, η αξιοποίηση των θετικών προοπτικών προϋποθέτει στοχευμένες παρεμβάσεις για την άρση των διαρθρωτικών εμποδίων, αλλά και επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις πράσινες τεχνολογίες και στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε τα ελληνικά ναυπηγεία να ενισχύσουν τη θέση τους σε μια ολοένα πιο απαιτητική και εξειδικευμένη διεθνή αγορά.


