Την έντονη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την πραγματική αγορά ενοικίων από τα δηλωθέντα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης αναδεικνύει η συνεχιζόμενη στεγαστική κρίση, η οποία πιέζει ολοένα και περισσότερο τα νοικοκυριά.
Ενώ τα ενοίκια σε μεγάλα αστικά κέντρα καταγράφουν διαδοχικά ρεκόρ και ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα σπάνια διατίθεται κάτω από 500 ευρώ, τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων αποτυπώνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Η μέση μηνιαία δαπάνη για κύρια κατοικία εμφανίζεται μόλις στα 241 ευρώ, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το εύρος της υποδήλωσης εισοδημάτων από μισθώσεις.
Διαβάστε ακόμη: Motor Oil: Εξαγοράζει το 60% της ENACT και ενισχύει την παρουσία της στην Κυκλική Οικονομία
Η απόκλιση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο το διαχρονικό ζήτημα της φοροδιαφυγής στον κλάδο των ακινήτων, ο οποίος εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες «γκρίζες ζώνες» της οικονομίας.
Εικόνα αγοράς vs δηλώσεις στην εφορία
Σύμφωνα με τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων του 2025 (εισοδήματα 2024), η μέση δαπάνη ενοικίου για κύρια κατοικία διαμορφώθηκε στα 241 ευρώ μηνιαίως, ενώ για φοιτητικές κατοικίες στα 244 ευρώ. Τα ποσά αυτά απέχουν σημαντικά από τα πραγματικά μισθώματα που καταβάλλονται στην αγορά.
Ενδεικτικά, στην Αττική η εύρεση διαμερίσματος 50–70 τ.μ. με ενοίκιο κάτω των 500 ευρώ θεωρείται πλέον ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ σε αρκετές περιοχές της Αθήνας τα ίδια ακίνητα μισθώνονται προς 750–800 ευρώ. Για πλήρως ανακαινισμένες ή νεόδμητες κατοικίες, τα ενοίκια μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 1.000 ευρώ μηνιαίως.
Σταδιακή άνοδος των δηλωμένων ενοικίων
Παρά τη μεγάλη απόκλιση, τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν σταδιακή αύξηση των δηλωμένων ενοικίων τα τελευταία χρόνια. Η μέση δηλωθείσα δαπάνη για κύρια κατοικία αυξήθηκε από 188,8 ευρώ το 2020 σε 244 ευρώ το 2024, με τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο (15,6%) να καταγράφεται την τελευταία περίοδο, εξέλιξη που αποδίδεται στην ενίσχυση των ελέγχων και σε αλλαγές στο πλαίσιο των συναλλαγών.
Αντίστοιχη ανοδική πορεία καταγράφεται και στις φοιτητικές κατοικίες, όπου η μέση δηλωθείσα δαπάνη από 150,6 ευρώ το 2022 έφτασε στα 244 ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση άνω του 40% σε έναν χρόνο. Ωστόσο, ακόμη και αυτά τα επίπεδα υπολείπονται σημαντικά των πραγματικών ενοικίων, ιδίως σε πόλεις με έντονη φοιτητική ζήτηση.
Έλεγχοι και νέα μέτρα
Στελέχη της φορολογικής διοίκησης αναγνωρίζουν ότι η υποδήλωση εισοδημάτων από μισθώσεις παραμένει εκτεταμένη, ενώ προαναγγέλλουν περαιτέρω εντατικοποίηση των ελέγχων, με στόχο τον εντοπισμό των πραγματικών μισθωμάτων που διακινούνται στην αγορά, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Καθημερινής».
Εκτίναξη δηλωμένων μισθωτηρίων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σημαντική αύξηση στον αριθμό των δηλωμένων ακινήτων. Μέσα σε έναν χρόνο εμφανίστηκαν επιπλέον 238.000 μισθωτήρια, εξέλιξη που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την εφαρμογή του μέτρου επιστροφής ενοικίου.
Συνολικά, τα μισθωμένα ακίνητα κύριας κατοικίας αυξήθηκαν από 970.506 το 2023 σε 1.195.757 το 2024, ενώ η συνολική δηλωθείσα δαπάνη ενοικίων εκτινάχθηκε από 2,466 δισ. ευρώ σε 3,88 δισ. ευρώ.
Αντίστοιχα, στις φοιτητικές κατοικίες τα δηλωμένα ακίνητα αυξήθηκαν από 83.801 σε 95.697, με τη συνολική δαπάνη να ενισχύεται από 173,65 εκατ. ευρώ σε 270,98 εκατ. ευρώ.
Παράγοντες αλλαγής στην αγορά
Η αύξηση των δηλωμένων μισθωμάτων αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων, όπως η ένταξη ακινήτων που μέχρι πρόσφατα μισθώνονταν χωρίς συμβόλαια, η επαναφορά κενών κατοικιών στην αγορά λόγω φορολογικών κινήτρων και η μετακίνηση ακινήτων από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια μίσθωση.
Παράλληλα, η υποχρεωτική πληρωμή ενοικίων μέσω τραπεζικών συναλλαγών και η ενίσχυση των διασταυρώσεων από την ΑΑΔΕ φαίνεται να ενισχύουν τη συμμόρφωση και να περιορίζουν σταδιακά το φαινόμενο της υποδήλωσης.




