Σε αγώνα δρόμου επιδίδονται οι αξιωματούχοι της Σαουδικής Αραβίας προκειμένου να εκτιμήσουν την πορεία των τιμών του πετρελαίου, καθώς η σύγκρουση με το Ιράν και οι σοβαρές διαταραχές στην ενεργειακή τροφοδοσία εντείνουν την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, το βασικό σενάριο που εξετάζεται προβλέπει εκτίναξη των τιμών ακόμη και πάνω από τα 180 δολάρια το βαρέλι, εφόσον οι διακοπές στην προσφορά συνεχιστούν έως τα τέλη Απριλίου. Παρότι μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τα έσοδα της πετρελαιοεξαρτώμενης σαουδαραβικής οικονομίας, προκαλεί έντονο προβληματισμό στο Ριάντ.
Οι υπερβολικά υψηλές τιμές ενδέχεται να οδηγήσουν σε «καταστροφή ζήτησης», καθώς καταναλωτές και επιχειρήσεις περιορίζουν τη χρήση καυσίμων ή στρέφονται σε εναλλακτικές λύσεις, ενώ αυξάνεται και ο κίνδυνος ύφεσης. Επιπλέον, υπάρχει ανησυχία για τις γεωπολιτικές προεκτάσεις, καθώς η Σαουδική Αραβία δεν επιθυμεί να εμφανιστεί ως ωφελημένη από μια σύγκρουση που δεν προκάλεσε.
Όπως επισημαίνει ο αναλυτής Ουμέρ Καρίμ, η στρατηγική του βασιλείου παραδοσιακά ευνοεί μια ήπια και σταδιακή άνοδο των τιμών, που διασφαλίζει τη σταθερότητα της αγοράς και το μερίδιο του. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Saudi Aramco απέφυγε να σχολιάσει τις εξελίξεις, ενώ οι αναλυτές της επεξεργάζονται σενάρια ενόψει της ανακοίνωσης των επίσημων τιμών πώλησης στις αρχές Απριλίου.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τις αμοιβαίες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές στην περιοχή του Κόλπου. Το Ιράν, σε αντίποινα για ισραηλινό πλήγμα στο κοίτασμα South Pars, έπληξε εγκαταστάσεις στο Κατάρ και στη Σαουδική Αραβία, ενώ ενέτεινε τις επιθέσεις σε πλοία, προκαλώντας σοβαρές δυσλειτουργίες στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ήδη οδηγήσει σε ισχυρή άνοδο των τιμών, με το Brent να αγγίζει τα 119 δολάρια πριν υποχωρήσει ελαφρώς, ενώ το αργό Ομάν ξεπέρασε τα 166 δολάρια, αντανακλώντας τις άμεσες πιέσεις στην προσφορά. Συνολικά, οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά περίπου 50% από τα τέλη Φεβρουαρίου.
Αναλυτές της Wood Mackenzie δεν αποκλείουν ακόμη και το ενδεχόμενο να προσεγγίσουν τα 200 δολάρια εντός του 2026, εάν η κρίση παραταθεί. Την ίδια στιγμή, οι αγορές παραγώγων δείχνουν ότι οι επενδυτές προεξοφλούν περαιτέρω άνοδο, με δημοφιλείς τοποθετήσεις να «βλέπουν» επίπεδα μεταξύ 130 και 150 δολαρίων.
Ωστόσο, κρίσιμος παράγοντας παραμένει η αντοχή της ζήτησης. Όπως σημειώνουν αναλυτές, το επίπεδο των 150 δολαρίων αποτελεί σημείο καμπής, πέρα από το οποίο καταναλωτές και επιχειρήσεις αρχίζουν να αλλάζουν συμπεριφορά, περιορίζοντας την κατανάλωση. Ήδη στις ΗΠΑ, οι τιμές καυσίμων έχουν αυξηθεί αισθητά, με τη βενζίνη να φθάνει τα 3,88 δολάρια ανά γαλόνι και το ντίζελ τα 5,10 δολάρια, επιβαρύνοντας σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα.
Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, οι υψηλές τιμές ενέργειας λειτουργούν ουσιαστικά ως ένας πρόσθετος «φόρος» για καταναλωτές και επιχειρήσεις, εντείνοντας τις πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία σε μια ήδη εύθραυστη συγκυρία.



