Αν και λόγω της εκεχειρίας στο πεδίο η ένταση δείχνει να έχει μειωθεί, με βάση τις αναλύσεις των διεθνούς εμβέλειας think tanks ότι η κρίση Ιράν–Ορμούζ δεν έκλεισε. Αντίθετα, μεταφέρεται πλέον σε πιο βαθιά και πιο δομικά πεδία, όπως στη βιομηχανική αντοχή της Δύσης, στην οικονομική ασφάλεια της Ασίας, στην ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία και στα μεγάλα στρατηγικά περάσματα της παγκόσμιας οικονομίας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το CSIS, το δίδαγμα από την Ουκρανία και την εκστρατεία κατά του Ιράν είναι σκληρό: οι ΗΠΑ δυσκολεύονται να αυξήσουν γρήγορα την παραγωγή τους για να καλύψουν ανάγκες εθνικής ασφάλειας σε συνθήκες παρατεταμένης σύγκρουσης. Σε σημερινή του παρέμβαση, το αμερικανικό think tank σημειώνει ότι οι δύο πόλεμοι ανέδειξαν σοβαρούς περιορισμούς της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης, βάζοντας στο τραπέζι το πραγματικό ερώτημα της επόμενης κρίσης: όχι μόνο ποιος έχει περισσότερα όπλα, αλλά ποιος μπορεί να τα ξαναφτιάχνει γρήγορα όταν τα χάνει.
Το ίδιο ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν συνδεθεί με τα σενάρια για τον Ινδο-Ειρηνικό. Το CSIS υπενθυμίζει ότι σε ”war game” για πιθανή κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν, ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα μπορούσαν να χάσουν 290 μαχητικά αεροσκάφη και 24 πλοία σε τέσσερις εβδομάδες επιχειρήσεων. Με απλά λόγια, ο πόλεμος στο Ιράν λειτουργεί πλέον ως προειδοποίηση για κάτι πολύ μεγαλύτερο και η στρατηγική ισχύς κρίνεται και… στα εργοστάσια.
Από την πλευρά του, το Brookings μεταφέρει τη συζήτηση στην Ασία και ειδικά στην Ιαπωνία. Σημερινή εκδήλωση του ιδρύματος συνδέει τα λεγόμενα mega chokepoints (κρίσιμα ορυκτά και ροές πετρελαίου) με την ανάγκη στρατηγικής επαναφοράς του Τόκιο. Το Brookings σημειώνει ότι η έκθεση σε τέτοια περάσματα έχει ταρακουνήσει αγορές και διεθνή πολιτική, ενώ το κλείσιμο του Ορμούζ προκάλεσε άμεσο και σοβαρό ενεργειακό σοκ. Η Ιαπωνία, όπως αναφέρεται, κινείται πλέον προς αυστηρότερο έλεγχο επενδύσεων, νέα εθνική υπηρεσία πληροφοριών και ενίσχυση του αμυντικού τομέα ως μέρος βιομηχανικής πολιτικής.
Η κρίση δεν είναι, λοιπόν, μόνο θέμα πετρελαίου. Είναι ζήτημα οικονομικής ασφάλειας. Τα κράτη δεν κοιτούν μόνο πόσο κοστίζει η ενέργεια, αλλά ποιος ελέγχει τις ροές, ποιος ελέγχει τα κρίσιμα υλικά, ποιος μπορεί να μπλοκάρει διαδρόμους και ποιος διαθέτει κράτος, βιομηχανία και πληροφορίες ικανά να αντέξουν σε ένα πιο άγριο διεθνές περιβάλλον.
ΗΠΑ – ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Στην Ευρώπη, το ECFR δίνει ακόμη πιο πολιτική διάσταση. Σε σημερινό policy alert, υποστηρίζει ότι η απόφαση του Πενταγώνου για απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία τιμωρεί το Βερολίνο για την κριτική του Φρίντριχ Μερτς στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ χειρίστηκε το Ιράν. Ακόμη σημαντικότερο, το ECFR σημειώνει ότι οι ΗΠΑ αρνούνται πλέον να αναπτύξουν στη Γερμανία το 2nd Multi-Domain Task Force long-range fires battalion, ανατρέποντας προηγούμενη συμφωνία για ανάπτυξη αμερικανικών δυνατοτήτων μεγάλου βεληνεκούς, μεταξύ των οποίων και χερσαία εκτοξευόμενοι Tomahawk άνω των 1.600 χλμ.
Το συμπέρασμα του ECFR για την Ευρώπη είναι ότι πρέπει να επιταχύνει τις δικές της κυρίαρχες δυνατότητες πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς και να χτίσει νέες αμυντικές συνεργασίες. Με άλλα λόγια, η κρίση στο Ιράν δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά και την αξιοπιστία της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας, τη σχέση Ουάσιγκτον–Βερολίνου και την ανάγκη της Ευρώπης να πάψει να εξαρτάται από αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού.



