Από την 1η Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε στα 920 ευρώ μεικτά, από 880 ευρώ μεικτά, με την κυβέρνηση να παρουσιάζει αυτή την αναπροσαρμογή ως ακόμα ένα βήμα ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος, αν και επί της ουσίας ήδη έχει εξανεμιστεί λόγω των επιπτώσεων στον -έτσι κι αλλιώς- αυξημένο πληθωρισμό από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Του Νάσου Χατζητσάκου
Η αύξηση, φυσικά, σε κάθε περίπτωση είναι πραγματική. Ομως, εξίσου πραγματικό είναι και το εξής ελληνικό παράδοξο: Στη χώρα μας ο μισθός δεν είναι αυτός που τελικά παίρνει στα χέρια του ο εργαζόμενος και, ταυτόχρονα, δεν είναι ούτε το πραγματικό ποσό που πληρώνει η επιχείρηση!
Στο επίπεδο του δημόσιου λόγου, φυσικά, η συζήτηση μένει σχεδόν πάντα στον μεικτό μισθό. Για την επιχείρηση, όμως, ο τελικός λογαριασμός είναι διαφορετικός. Πάνω στα μεικτά προστίθενται οι εργοδοτικές εισφορές, ενώ από τον ίδιο μισθό αφαιρούνται οι εισφορές του εργαζομένου και, στη συνέχεια, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών. Από την 1η Ιανουαρίου του 2025, σημειωτέον, οι συντελεστές εισφορών ανέρχονται σε 21,79% για τον εργοδότη και σε 13,37% για τον εργαζόμενο (συνολικά 35,16%).
Πίσω από τις ασφαλιστικές εισφορές, λοιπόν, κρύβεται το πρώτο -και πιο βαρύ- «κρυφό» κόστος για τις επιχειρήσεις. Μόνο για την κύρια σύνταξη η εισφορά είναι 20%, με επιμερισμό 6,67% στον ασφαλισμένο και 13,33% στον εργοδότη. Πέρα από αυτό, υφίστανται οι λοιπές επιβαρύνσεις του μισθολογικού «πακέτου», με αποτέλεσμα το συνολικό βάρος να ανεβαίνει στο 35,16%, όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, όταν μια επιχείρηση δίνει 1.000 ευρώ μεικτά, δεν πληρώνει 1.000 ευρώ. Δίνει αισθητά περισσότερα. Από την πλευρά του, όταν ένας εργαζόμενος ακούει 1.000 ευρώ μισθό μεικτά, δεν λαμβάνει 1.000 ευρώ. Λαμβάνει αισθητά λιγότερα.
Το δεύτερο μεγάλο κομμάτι των «κρυφών» χρεώσεων είναι ο φόρος. Από τα εισοδήματα του 2026 εφαρμόζεται η νέα κλίμακα φόρου για μισθωτούς και συνταξιούχους: 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ, 20% για το τμήμα από 10.000,01 έως 20.000 ευρώ, 26% για το τμήμα από 20.000,01 έως 30.000 ευρώ, 34% για το τμήμα από 30.000,01 έως 40.000 ευρώ, 39% για το τμήμα από 40.000,01 έως 60.000 ευρώ και 44% για το υπερβάλλον. Παράλληλα, παραμένει η μείωση φόρου του άρθρου 16, η οποία για φορολογούμενο χωρίς παιδιά είναι 777 ευρώ για εισόδημα έως 12.000 ευρώ και μειώνεται πάνω από αυτό το επίπεδο. Με απλά λόγια, ακόμα και όταν μειώνεται ένας συντελεστής, το τελικό καθαρό ποσό συνεχίζει να απέχει σημαντικά από το συνολικό εργασιακό κόστος.
Το τρίτο μεγάλο «κρυφό βάρος» είναι ότι ο μισθός στην Ελλάδα δεν αναφέρεται σε 12 μήνες. Οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δικαιούνται επίδομα Χριστουγέννων ίσο με έναν μηνιαίο μισθό, επίδομα Πάσχα ίσο με μισό μηνιαίο μισθό και επίδομα αδείας. Τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας υπόκεινται με τη σειρά τους σε ασφαλιστικές εισφορές. Αυτό σημαίνει ότι ο εργοδότης δεν υπολογίζει μόνο δώδεκα μισθούς, αλλά στην πράξη δεκατέσσερις πληρωμές, πάνω στις οποίες προστίθενται και οι αντίστοιχες εισφορές.
ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΙΟ
Υπάρχει και ένα τέταρτο κρίσιμο «κρυφό βάρος», οι υπερωρίες, η νυχτερινή εργασία, οι αργίες και το διοικητικό κόστος συμμόρφωσης. Ταυτόχρονα, για κάθε μισθωτό υπάρχουν η ΑΠΔ, η μισθοδοσία, οι προθεσμίες, οι δηλώσεις, η παρακράτηση, οι έλεγχοι και το κόστος λογιστικής ή εξωτερικής υποστήριξης. Αυτά δεν φαίνονται στο εκκαθαριστικό του εργαζομένου, αλλά τα πληρώνει η επιχείρηση σε χρόνο, οργάνωση και χρήμα.
Ετσι εξηγείται, λοιπόν, το ελληνικό παράδοξο: Οι εργοδότες να λένε ότι πληρώνουν πολλά, οι εργαζόμενοι να διαμαρτύρονται ότι παίρνουν λίγα και τελικά να έχουν και οι δύο πλευρές δίκιο και η κυβέρνηση (παρά το γεγονός ότι έχει περιορίσει λίγο τα τελευταία χρόνια τις «κρυφές χρεώσεις») να εμμένει σε μια πολίτικη αφαίμαξης των μισθών και επιβάρυνσης των εταιριών. Υπό αυτά τα δεδομένα, η δήλωση της αρμόδιας υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκης Κεραμέως, σε πρόσφατη εκδήλωση για τη φετινή αύξηση του κατώτατου μισθού («στόχος μας είναι η ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών») μοιάζει περισσότερο με ευχή που δεν πιάνει τόπο.
Το πρόβλημα είναι δομικό και όχι λογιστική λεπτομέρεια. Ο ΟΟΣΑ δείχνει ότι η συνολική φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση στην εργασία, στην Ελλάδα παραμένει υψηλή, πάνω από τον μέσο όρο του οργανισμού. Η Παγκόσμια Τράπεζα, στο Business Ready 2025 για την Ελλάδα, καταγράφει ότι η χώρα έχει σχετικά καλή εικόνα στο ρυθμιστικό πλαίσιο και στις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά εμφανίζει χαμηλότερη επίδοση στην επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα.
Με απλά λόγια, στα χαρτιά η οικονομία βελτιώνεται, αλλά στην πράξη η καθημερινότητα του επιχειρείν παραμένει βαρύτερη. Οταν σε αυτό προστεθεί και το πραγματικό μισθολογικό κόστος, τότε γίνεται σαφές γιατί πολλές, κυρίως μικρομεσαίες, επιχειρήσεις πιέζονται, ακόμα κι όταν θέλουν να δώσουν καλύτερους μισθούς.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 3/4/2026)



