Η άνοδος all inclusive, οργανωμένων συγκροτημάτων και πολυτελών βιλών συγκεντρώνει δαπάνη εντός μονάδων, αφήνοντας μικρές επιχειρήσεις εκτός «πίτας»
Του Κώστα Αποστολόπουλου
Αντιφατική εικόνα παρουσιάζουν τα στοιχεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων και του τζίρου της εστίασης, εγείροντας ερωτήματα για την κατεύθυνση του τουριστικού μοντέλου, αλλά και ανησυχίες για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης των Ελλήνων.
Αναλυτικά, πτώση 3,4% στα 10,7 δισ. ευρώ καταγράφηκε στον κύκλο εργασιών της εστίασης το 2025, παρότι οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εκτοξεύτηκαν σε νέο υψηλό πάνω από τα 23 δισ. ευρώ. Η εικόνα, όπως προκύπτει από τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και της Τραπέζης της Ελλάδος, υποδηλώνει ότι η εγχώρια ζήτηση έχει υποχωρήσει αισθητά (περισσότερο από όσο αφήνει να φανεί η ενίσχυση που φέρνει ο τουρισμός) και ότι ένα μέρος της τουριστικής δαπάνης κατευθύνεται αλλού και όχι στις επιχειρήσεις της εστίασης.
Συγκεκριμένα, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 9,4% το 2025 στα 23,6 δισ. ευρώ, ενώ η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση ενισχύθηκε κατά 5,6%, προσεγγίζοντας τα 38 εκατ. ταξιδιώτες. Η άνοδος των εισπράξεων αποδίδεται τόσο στην αύξηση των αφίξεων όσο και στην αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι κατά 3,8%.
Στον αντίποδα, ο κλάδος των υπηρεσιών εστίασης έκλεισε το 2025 με τζίρο 10,735 δισ. ευρώ, από 11,117 δισ. ευρώ το 2024, δηλαδή με ετήσια πτώση 3,4%. Στο ίδιο διάστημα ο κλάδος παροχής καταλύματος κινήθηκε αντίθετα, με αύξηση 3,3% και κύκλο εργασιών 11,766 δισ. ευρώ, από 11,391 δισ. ευρώ το 2024. Η αντίθεση αυτή έχει σημασία γιατί υποδηλώνει μετατόπιση της «πίτας» προς τη διαμονή, την ώρα που η εστίαση εμφανίζει κόπωση.
Δύο είναι οι ερμηνείες για το παραπάνω φαινόμενο. Κατά πρώτον, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την τάση αλλαγής του τουριστικού μοντέλου, το οποίο μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο από αυτό που είχαμε συνηθίσει. Πλέον, ολοένα και περισσότερο ανεβαίνουν τα μεγάλα τουριστικά πακέτα, με all inclusive επιλογές ή ημιδιατροφής, τα οργανωμένα resort με προπληρωμένα γεύματα ή ακόμα και ο exclusive τουρισμός, σε γιοτ ή ενοικιαζόμενες βίλες, όπου πολύ συχνά υπάρχει in-house προσωπικό σεφ, μπάρμαν κ.λπ.
Ετσι, ένα μεγάλο τμήμα των εσόδων πλέον «απορροφάται» από τις μεγάλες μονάδες και τα τουριστικά συγκροτήματα, αφήνοντας στην «απέξω» τις μικρές επιχειρήσεις εστίασης για καφέ, ποτό και φαγητό, οδηγώντας σε ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση στον κλάδο, με σίγουρο επακόλουθο τα… λουκέτα.
Κατά δεύτερον, ας σημειωθεί πως ο τζίρος της εστίασης περιλαμβάνει και Ελληνες και ξένους. Οταν οι αφίξεις αυξάνονται και οι τουριστικές εισπράξεις ανεβαίνουν, ενώ βγαίνει χαμηλότερος ο συνολικός τζίρος στην εστίαση, σημαίνει πως η εγχώρια ζήτηση έχει υποχωρήσει αισθητά, και ο λόγος δεν είναι άλλος από την ακρίβεια και το περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα.
Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 2025 ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην εστίαση εμφάνισε ετήσια αύξηση 6,9%, με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. να αποδίδει την κίνηση κυρίως στις αυξήσεις στα εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία και καφενεία. Οταν, λοιπόν, ο τζίρος σε τρέχουσες τιμές μειώνεται, η πτώση σε πραγματικούς όρους κατανάλωσης είναι μεγαλύτερη από το -3,4% που αποτυπώνεται στον κύκλο εργασιών.
Στο σκέλος της εγχώριας ζήτησης, ο ΦΠΑ λειτουργεί ως σταθερός «πολλαπλασιαστής» της τελικής τιμής. Μέσα στην τελευταία διετία οι βασικές αυξήσεις ΦΠΑ που αφορούν την εστίαση «έπιασαν» τα σερβιριζόμενα ποτά, καθώς από 1/1/2024 η επιτόπια διάθεση αλκοολούχων και μη αλκοολούχων ποτών, χυμών και ροφημάτων σε καφετέριες, εστιατόρια και συναφή καταστήματα υπάγεται στον κανονικό συντελεστή 24%, με εξαίρεση τον καφέ, το κακάο, το τσάι, το χαμομήλι και τα λοιπά αφεψήματα, που έμειναν στο μειωμένο 13% έως 30/6/2024, ενώ από 1/7/2024 και αυτά τα ροφήματα, όταν προσφέρονται για επιτόπια κατανάλωση, πέρασαν επίσης στο 24%, με αποτέλεσμα όλα τα σερβιριζόμενα ποτά να φορολογούνται πλέον με 24%, ενώ ο μειωμένος 13% εξακολουθεί να ισχύει για την υπηρεσία εστίασης/φαγητό και για παραδόσεις «σε πακέτο» (παραλαβή ή διανομή), όπου εφαρμόζεται ο συντελεστής του αγαθού. Σε περιβάλλον πίεσης εισοδημάτων, αυτή η κατάσταση ευνοεί τη στροφή σε πιο φθηνές μορφές κατανάλωσης και περιορίζει την αξία των παραγγελιών, δηλαδή εκεί που «χτίζεται» μεγάλο μέρος του τζίρου της εστίασης.
Με την Ελλάδα να βρίσκεται στον «πάτο» της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τα εισοδήματα, δεν είναι καθόλου τυχαίο που το κλίμα ανάμεσα στους Ελληνες καταναλωτές παραμένει βαρύ. Στην Ερευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Φεβρουάριο αναφέρεται ότι ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης εξασθένισε τον Ιανουάριο και διαμορφώθηκε στις -50,3 μονάδες από -47 μονάδες τον Δεκέμβριο. Σε τέτοια επίπεδα η εστίαση είναι από τα πρώτα έξοδα που «ψαλιδίζονται» από τα νοικοκυριά, με λιγότερες εξόδους, πιο μικρές παραγγελίες ή στροφή σε λύσεις χαμηλότερου κόστους.
Ας σημειωθεί πως η πτώση της εγχώριας κατανάλωσης δεν εμφανίζεται σε όλη της τη διάσταση, ακριβώς εξαιτίας των υψηλών εσόδων που φέρνουν στη χώρα οι τουρίστες. Μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό τι θα συμβεί στην κατανάλωση (βασικής συνισταμένης του ελληνικού ΑΕΠ) σε περίπτωση αναταραχής στην τουριστική αγορά. Μια τέτοια περίπτωση είναι, για παράδειγμα, και η δυσοίωνη σύγκρουση που έχει ξεσπάσει στα ανατολικά μας και η οποία απειλεί τον εγχώριο τουρισμό με ακυρώσεις κρατήσεων, ειδικά σε μέρη όπως η Κρήτη όπου υπάρχει η αμερικανική βάση της Σούδας…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 6/3/2026)



