Κίνδυνος… εκτροχιασμού της οικονομίας

Ανατιμήσεις σε τρόφιμα, μεταφορές, τουρισμό και ενοίκια περιορίζουν σημαντικά την αγοραστική δύναμη.

Αποκαλυπτικά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για μέτωπα που επιτείνουν τη «θηλιά» στην αγορά

Οι συσκέψεις στο οικονομικό επιτελείο δίνουν και παίρνουν, επιχειρώντας να διατηρήσουν προς τα «έξω» την εικόνα της ανθεκτικότητας και της ισχυρής οικονομίας και αγοράς, αλλά επί της ουσίας αποτιμώντας όχι μόνο τα μέτρα στήριξης (τα οποία θα δίνονται με το σταγονόμετρο), αλλά κυρίως τις πραγματικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία, ανάλογα με την τροπή που θα πάρουν οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

Η «ευχή» και για την οικονομία είναι ο πόλεμος να αποκλιμακωθεί, καθώς διαπιστώνεται κάθε μέρα που περνά πόσο ευάλωτη παραμένει η ελληνική οικονομία, παρά τις πληθωριστικές κρίσεις που έχουν προηγηθεί και τα καμπανάκια που ηχούσαν τόσους μήνες γι’ αυτό το νέο μέτωπο. Το μεγάλο «αγκάθι» είναι ο πληθωρισμός σε όλα τα στάδια της αλυσίδας παραγωγής, κάτι που δεν χτυπά μόνο στο «ράφι» αλλά και στην ανταγωνιστικότητα των εξαγωγικών προϊόντων και της Ελλάδας ως τουριστικού προορισμού.

Οπως εξηγούν πηγές της αγοράς, αν η κρίση αυτή δεν αποκλιμακωθεί μέχρι τα τέλη του μήνα, τότε οι επιπτώσεις θα είναι δεδομένες σε διεθνές επίπεδο και αυτό μειώνει την αγοραστική δύναμη αλλά και τη διάθεση για αγορές ή ταξίδια. Αυτό από μόνο του προκαλεί πλήγμα όχι μόνο στις εξαγωγικές επιχειρήσεις, αλλά και στον τουρισμό (παρά την προσπάθεια εκπροσώπων του κλάδου να φανούν αισιόδοξοι).

Κατά συνέπεια, καθίσταται ακόμα πιο σημαντική μια ισχυρή εσωτερική αγορά για προϊόντα και υπηρεσίες. Ωστόσο, με δεδομένη την αδυναμία (λόγω υψηλού χρέους) για ισχυρά μέτρα στήριξης, το μέτωπο της ακρίβειας ροκανίζει ακόμα περισσότερο την αγοραστική δύναμη. Αποκτά νέα δυναμική για λόγους που συνδέονται όχι με την κρίση που προκαλεί ο πόλεμος, αλλά παράλληλες ευαλωτότητες και αδυναμίες, οι οποίες δεν έχουν περιοριστεί και δίνουν νέο έναυσμα έκρηξης κύματος αισχροκέρδειας.

Η κατάσταση μεταφέρεται όλη την προηγούμενη εβδομάδα από εκπροσώπους της αγοράς. Αφορά από τις τιμές των λιπασμάτων και άλλων πρώτων υλών που (παράδοξα) εκτοξεύτηκαν, έως τις τιμές στο ράφι σε βασικά είδη διατροφής (που προφανώς δεν επηρεάστηκαν τόσο άμεσα και τόσο αυτόματα από μία αύξηση κόστους μεταφοράς ή έλλειψη πρώτων υλών).

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ «ΑΓΚΑΘΙΑ»

Τα επίσημα στοιχεία θα αργήσουν, αλλά το σημείο εκκίνησης (που δείχνει πόσο ευάλωτη είναι η ελληνική αγορά) αποτυπώνεται στις μεταβολές τιμών που ανακοινώθηκαν από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. για τον μήνα Φεβρουάριο. Περιλαμβάνουν αποκαλυπτικά στοιχεία για μέτωπα που επιτείνουν τη «θηλιά» στην αγορά, τα οποία είναι τα εξής:

– Η Ελλάδα καταγράφει νέα έκρηξη τιμών στα ενοίκια, με αύξηση 8,2% τον προηγούμενο μήνα, προκαλώντας νέα πίεση στο στεγαστικό μέτωπο που εξαερώνει το διαθέσιμο εισόδημα. Πηγές της αγοράς υπενθυμίζουν ότι σε ένα σενάριο παράτασης των εχθροπραξιών, ένα νέο κύμα φυγής οικογενειών που μένουν στην περιοχή, προκειμένου να εγκατασταθούν σε φιλικές χώρες, όπως η Ελλάδα, θεωρείται δεδομένο, κάτι που θα επιτείνει περισσότερο την πίεση στις τιμές ακινήτων όχι μόνο για ενοικίαση αλλά και για αγορά.

– Ο τουρισμός στην Ελλάδα συνεχίζει επίσης να ακριβαίνει, μειώνοντας τη θελκτικότητά του. Το πακέτο διακοπών ανατιμήθηκε κατά 7,1%, το κόστος της εστίασης κατά 6,8% και η μεταφορά επιβατών με αεροπλάνο κατά 10,9%. Και αυτό παρά το γεγονός πως δεν είχε ξεσπάσει τότε η νέα κρίση, ούτε είχε αρχίσει η τουριστική σεζόν. Να σημειωθεί ότι τα εισιτήρια των αερομεταφορών έχουν αυξηθεί σχεδόν 100% από το 2020 και το πακέτο διακοπών κατά 42%!

– Στα τρόφιμα η εικόνα «διορθώνεται» τεχνικά μόνο από τη μερική επαναφορά των τιμών στο ελαιόλαδο (μείωση 27,4% τον Φεβρουάριο, αλλά πωλείται ακόμα σε τιμή κατά 45% πιο υψηλή από το 2020), ενώ συνολικά ο δείκτης διατροφής αυξήθηκε σημαντικά (κατά 5,2%), καθώς παρατηρήθηκε νέα έκρηξη τιμών στο μοσχάρι (κατά 25,6%), στο αρνί και το κατσίκι (κατά 12,1%) και στα φρούτα (κατά 13,5%).

Το πρόβλημα είναι ότι η ακρίβεια προτού ξεσπάσει ο νέος πόλεμος αποδεδειγμένα είναι ελληνικό πρόβλημα και όχι ευρωπαϊκό. Οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν πολύ ταχύτερα από τον μέσο όρο και αυτό έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο λόγω της χαμηλής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, αλλά και της (ήδη πιεσμένης) ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές και όχι μόνο. Η χώρα οδεύει απροστάτευτη από άποψη επαρκών μηχανισμών εποπτείας στην κρίση και ο κίνδυνος εκτροχιασμού της οικονομίας είναι υπαρκτός.

«Καμπανάκι» της ΕΣΕΕ για πληθωριστικές πιέσεις στο λιανεμπόριο

Μία από τις πρώτες αντιδράσεις που υπήρξαν σε όρους αποτίμησης επιπτώσεων από τη νέα κρίση είναι η μελέτη της ΕΣΕΕ, που ανακοινώθηκε τη Δευτέρα (9/3). Οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν άμεσες επιπτώσεις στη λειτουργία του λιανικού εμπορίου, εξηγεί η ΕΣΕΕ. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, των ναύλων και των γενικότερων επιβαρύνσεων μεταφοράς συμπιέζει τα περιθώρια στο λιανικό εμπόριο, στο χονδρεμπόριο και στην εφοδιαστική αλυσίδα, ιδίως στους κλάδους των τροφίμων, των βασικών αγαθών και των προϊόντων με υψηλή μεταφορική επιβάρυνση. Παράλληλα, αυξάνονται οι ανάγκες κεφαλαίων κίνησης των επιχειρήσεων.

Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των τιμών βασικών αγαθών περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, οδηγώντας σε μείωση της καταναλωτικής ζήτησης για μη βασικά προϊόντα. Οι διαταραχές στις αγορές λιπασμάτων και αγροτικών εισροών επιβαρύνουν επιπλέον το κόστος παραγωγής τροφίμων, γεγονός που εντείνει την ανακατανομή της καταναλωτικής δαπάνης προς τα βασικά αγαθά.

Επίσης, επισημαίνεται πως όσο παρατείνεται η κρίση τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος το αρχικό ενεργειακό σοκ να μετατραπεί σε πιο επίμονη πληθωριστική πίεση, μέσω της σταδιακής μετακύλισης των αυξήσεων στις τελικές τιμές καταναλωτή και της υποχώρησης της εμπιστοσύνης στην αγορά.

Τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπονται σε κομβικό ρίσκο διεθνούς οικονομίας

Παρότι η παγκόσμια οικονομία είναι σήμερα λιγότερο εξαρτημένη από το πετρέλαιο σε σχέση με τη δεκαετία του 1970, η υψηλή χρηματοπιστωτική διασύνδεση των οικονομιών και η εξάρτηση από παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες δημιουργούν νέες μορφές ευαλωτότητας, επισημαίνει η ΕΣΕΕ στη μελέτη της «Σύρραξη στη Μέση Ανατολή: Επιπτώσεις στο Διεθνές Εμπόριο και στην Παγκόσμια Οικονομία».

Τα Στενά του Ορμούζ, όπως εξηγεί, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια σημεία στρατηγικής διέλευσης («chοkepoints») της παγκόσμιας οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της U.S. Energy Information Administration, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025 περίπου 20,1 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων την ημέρα διέρχονταν από το συγκεκριμένο πέρασμα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 26,6% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου (Fourreau, 2026). Για το LNG, περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου διέρχεται από τον ίδιο θαλάσσιο διάδρομο.

Η μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ παρατηρείται στις ασιατικές οικονομίες. Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα, απορροφώντας περίπου 5,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ σημαντικές ποσότητες ημερησίως κατευθύνονται, επίσης, προς την Ινδία (2,1 εκατ. βαρέλια), τη Νότια Κορέα (1,7 εκατ. βαρέλια.) και την Ιαπωνία (1,6 εκατ. βαρέλια). Αντίθετα, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν σχετικά μικρότερη άμεση εξάρτηση από τις ροές αυτές, με τις ΗΠΑ να εισάγουν περίπου 400.000 βαρέλια ημερησίως μέσω του συγκεκριμένου θαλάσσιου περάσματος.

Τα ακραία σενάρια και το διπλό σοκ ενέργειας και εμπορίου

Τα σενάρια για τις επιπτώσεις διαμορφώνονται με ένα μεγάλο εύρος (όπως μεγάλη είναι και η ασάφεια). Το χειρότερο σενάριο κάνει λόγο για άνοδο στην τιμή του πετρελαίου έως 200%, στα ασφάλιστρα κινδύνου έως και 1.000%, στην πτώση του παγκόσμιου ΑΕΠ έως 3% και σε άνοδο του κόστους παραγωγής στη μεταποίηση έως 30%…
Σε παρατεταμένη/ευρεία κρίση, το πρόβλημα γίνεται διπλό, ένα σοκ στην προσφορά και ένα σοκ εμπιστοσύνης θα τείνει να μειώνει τους όγκους του διεθνούς εμπορίου, να αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης του εμπορίου και να ενισχύει προστατευτικές στρατηγικές διαχείρισης αποθεμάτων, με μετάβαση από τα μοντέλα «just in time» σε πιο προληπτικές λογικές «justincase».

Σε επίπεδο Ε.Ε., το «διπλό σοκ» (σε ενέργεια και εμπορική αβεβαιότητα), σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μελετών Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης (EUISS), είναι κρίσιμο: πέρα από την ενέργεια, διακυβεύεται η ελευθερία ναυσιπλοΐας και ευρύτερα στρατηγικά προϊόντα/εφοδιαστικές ροές (π.χ., λιπάσματα) που κινούνται από και προς όλες της χώρες της Ε.Ε. Αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερα κόστη εισαγωγών, πιθανή αναζωπύρωση πιέσεων σε τιμές τροφίμων και μεγαλύτερο κόστος λειτουργίας για βιομηχανία και λιανικό εμπόριο.

ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Το «αόρατο σοκ», που εμφανίστηκε πρώτο στη ναυτιλία σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, είναι η διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ακόμα και χωρίς επίσημο αποκλεισμό θαλάσσιων διαδρομών, ένας πόλεμος μπορεί να προκαλέσει μια άτυπη «παύση λειτουργίας» του εμπορίου, καθώς αυξάνονται τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, ακυρώνονται δρομολόγια και αποφεύγονται ορισμένες διελεύσεις.

Στην ενέργεια, η Ευρώπη δεν είναι «μονωμένη» από σοκ στον Κόλπο, γιατί οι αγορές πετρελαίου/LNG είναι διεθνείς και το ισχυρότερο ευρωπαϊκό κανάλι είναι το LNG (μετά τις κυρώσεις στη Ρωσία). Ετσι, αν περιοριστούν τα φορτία από Κατάρ/ΗΑΕ, ή «σφίξει» η spot αγορά, η Ευρώπη ανταγωνίζεται την Ασία για ευέλικτα cargoes, ανεβάζοντας το TTF και το κόστος ρεύματος και την επιβάρυνση της βιομηχανίας.

Το πιο ακραίο σενάριο αφορά μια παρατεταμένη περιφερειακή σύγκρουση που θα επηρεάσει ουσιαστικά τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 100 δολ. ανά βαρέλι, προκαλώντας σημαντικές αναταράξεις στις αγορές και επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Σε αυτό το σενάριο θα έχουμε σημαντικό ενεργειακό σοκ (πετρέλαιο 100-140 δολ./βαρέλι), αλλά και μεγάλη άνοδο στην τιμή LNG και φυσικού αερίου.

Ως πιο πιθανό εκτιμάται ένα «μεσαίο» σενάριο: μία παρατεταμένη ένταση χωρίς πλήρη αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ. Σε αυτή την περίπτωση, οι επιθέσεις σε πλοία ή ενεργειακές υποδομές θα αυξήσουν τα ασφάλιστρα μεταφοράς και θα προκαλέσουν διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές. Οι τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να κινηθούν στα 80 δολ. ανά βαρέλι κατά τη διάρκεια του β’ τριμήνου προτού υποχωρήσουν σταδιακά. Οι συνέπειες για το διεθνές εμπόριο θα είναι πιο αισθητές. Το υψηλότερο κόστος ενέργειας θα αυξήσει τις τιμές παραγωγής και μεταφοράς, ενώ οι καθυστερήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες θα επηρεάσουν ιδιαίτερα κλάδους που βασίζονται σε just-in-time εφοδιαστική (logistics), όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα ηλεκτρονικά. Η Ευρώπη αναμένεται να είναι η πιο ευάλωτη μεγάλη οικονομία, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας και LNG. Σε περίπτωση περιορισμού των εισαγωγικών ροών από τον Περσικό Κόλπο, η Ευρώπη θα αναγκαστεί να ανταγωνιστεί την Ασία για την αγορά φορτίων LNG, γεγονός που θα αυξήσει περαιτέρω τις τιμές φυσικού αερίου.

Το «καλό» σενάριο προβλέπει πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα περιοριστούν σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες και οι επιπτώσεις στις αγορές θα είναι κυρίως βραχυπρόθεσμες. Οι τιμές πετρελαίου θα επανέλθουν γρήγορα στα προηγούμενα επίπεδα και η παγκόσμια ανάπτυξη θα δεχθεί οριακό πλήγμα (0,1%) με τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ και την Ευρωζώνη να επιταχύνεται μόνο κατά 0,3%-0,4%.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 13/3/2026)

Advertisement 5











ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ









Advertisement 4
Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ