Ερώτημα πλέον με ποια διαδικασία θα γίνουν οι συμψηφισμοί, αλλά και σε τι χρόνο θα επιστρέφονται τα ποσά όπου δεν υπάρχουν ανοιχτές οφειλές
Αλλαγή με άμεσο αποτύπωμα για χιλιάδες επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και λογιστήρια φέρνει το άρθρο 37 του νέου σχεδίου νόμου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, καθώς βάζει καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα στις δηλώσεις ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων από τις οποίες προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή και σε εκείνες από τις οποίες δεν προκύπτει καμία τέτοια οφειλή.
Η παρέμβαση δεν αφορά μόνο το ύψος των προστίμων, αλλά αλλάζει τη λογική με την οποία αντιμετωπίζονται οι εκπρόθεσμες μηδενικές και πιστωτικές δηλώσεις, ένα πεδίο το οποίο έχει πυροδοτήσει πλήθος αντιδράσεων και αντιπαραθέσεων στην αγορά.
Η σημασία της ρύθμισης είναι ότι «σπάει» ένα ενιαίο και ιδιαίτερα αυστηρό σχήμα, το οποίο στην πράξη φόρτωνε με 250 ή 500 ευρώ και περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος είχε καθυστερήσει ή παραλείψει τη δήλωση, αλλά από αυτήν δεν προέκυπτε φόρος προς πληρωμή. Με το νέο άρθρο 37 προστίθεται ειδικά νέα παράγραφος στο σχετικό άρθρο 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ώστε στις δηλώσεις παρακρατούμενου φόρου και ΦΠΑ από τις οποίες δεν προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή να εφαρμόζεται το πρόστιμο των 100 ευρώ. Αντίθετα, για τις περιπτώσεις όπου προκύπτει φόρος προς πληρωμή, παραμένει η αυστηρότερη κλίμακα των 250 ευρώ για απλογραφικά και 500 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία.
ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
Η νέα ρύθμιση δεν ήρθε από το πουθενά. Εχει προηγηθεί πλήθος δημόσιων αντιδράσεων, με βασικό επιχείρημα ότι τα πρόστιμα για μηδενικές και πιστωτικές δηλώσεις ήταν άδικα, δυσανάλογα και αντίθετα με την αρχή της αναλογικότητας, αφού επιβάλλονταν ακόμα και σε δηλώσεις πληροφοριακού χαρακτήρα από τις οποίες δεν υπήρχε φορολογική οφειλή. Η Διαρκής Επιστημονική Φορολογική Επιτροπή των Φορέων της Αγοράς είχε ήδη από τον Νοέμβριο του 2025 καταθέσει υπόμνημα προς την πολιτική ηγεσία και τη διοίκηση της ΑΑΔΕ, ζητώντας πλήρη αποδοχή τροπολογίας για τα αυστηρά πρόστιμα του άρθρου 53 στις εκπρόθεσμες μηδενικές και πιστωτικές δηλώσεις.
Αντίστοιχα, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Φοροτεχνικών Ελευθέρων Επαγγελματιών, με ξεχωριστό επίσημο αίτημά της προς το οικονομικό επιτελείο και τη διοίκηση της ΑΑΔΕ κατά τον Οκτώβριο του 2025, χαρακτήρισε τα πρόστιμα των 250 και 500 ευρώ «αναίτια και άδικη αυστηρότητα» για τυπικές παραβάσεις και ζήτησε εξορθολογισμό του πλαισίου.
Ας σημειωθεί πως ενώ το υπουργείο Οικονομικών δεν καταργεί γενικά τα πρόστιμα ούτε χαλαρώνει συνολικά το καθεστώς συμμόρφωσης, ωστόσο αναγνωρίζει στην πράξη ότι δεν μπορεί να τιμωρείται με το ίδιο βάρος μια δήλωση ΦΠΑ που αφήνει φόρο απλήρωτο και μια δήλωση που δεν γεννά καν ποσό για καταβολή. Για την αγορά των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που κινούνται με στενά περιθώρια ρευστότητας και με επαναλαμβανόμενες δηλωτικές υποχρεώσεις, αυτή η διαφοροποίηση έχει ουσία, επειδή μειώνει το κόστος μιας καθαρά τυπικής παράβασης χωρίς να αγγίζει τις περιπτώσεις όπου υπάρχει πραγματική οφειλή προς το Δημόσιο.
Ακόμα ένα σημαντικό σημείο της διάταξης είναι η αναδρομική της ισχύ, καθώς προβλέπει ρητά ότι οι νέες ρυθμίσεις εφαρμόζονται για παραβάσεις που τελούνται από 19/4/2024 και εφεξής. Αυτό σημαίνει ότι η αλλαγή δεν περιορίζεται στις νέες πράξεις της φορολογικής διοίκησης, αλλά πιάνει και υποθέσεις που έχουν ήδη δημιουργηθεί από την έναρξη ισχύος του ισχύοντος Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εδώ και περίπου δύο χρόνια.
ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ
Επιπλέον, η ίδια διάταξη προβλέπει ότι εκείνες οι πράξεις επιβολής προστίμων που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, για δηλώσεις παρακράτησης φόρου ή δηλώσεις ΦΠΑ από τις οποίες δεν προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή, θα τροποποιούνται. Το μέρος του προστίμου που δεν οφείλεται θα διαγράφεται και, εφόσον έχει ήδη εισπραχθεί, θα συμψηφίζεται με άλλες οφειλές ή, αν δεν υπάρχουν, θα επιστρέφεται. Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό βάρος της συγκεκριμένης παρέμβασης, επειδή μετατρέπει τη νομοθετική αλλαγή σε ένα εργαλείο διόρθωσης ήδη βεβαιωμένων προστίμων και όλων των «κακώς κειμένων» που τα συνόδευαν.
Για τις επιχειρήσεις το ενδιαφέρον τώρα μεταφέρεται στο κρίσιμο ερώτημα του πόσο γρήγορα θα κινηθεί η φορολογική διοίκηση για την τροποποίηση των ήδη εκδοθεισών πράξεων, με ποια διαδικασία θα γίνουν οι συμψηφισμοί και σε τι χρόνο θα επιστρέφονται τα ποσά όπου δεν υπάρχουν ανοιχτές οφειλές.
Και αυτό διότι όλο το προηγούμενο διάστημα η αγορά ζητούσε όχι απλώς να αλλάξει το γράμμα του νόμου, αλλά και να σταματήσει μια πρακτική που οδηγούσε επιχειρήσεις σε πρόσθετο διοικητικό και οικονομικό βάρος για δηλώσεις χωρίς φορολογικό αποτέλεσμα. Υπό αυτή την έννοια, το βάρος τώρα περνά στην ταχεία και αποτελεσματική εκτέλεση του νόμου.
Με άλλα λόγια, το υπουργείο Οικονομικών με αυτή του την παρέμβαση επιλέγει να κρατήσει το αυστηρότερο πρόστιμο εκεί όπου υπάρχει φόρος προς καταβολή και να μεταφέρει τις μηδενικές ή πιστωτικές δηλώσεις στη λογική του προστίμου των 100 ευρώ. Αν η διάταξη ψηφιστεί ως έχει, θα πρόκειται για ουσιαστική διόρθωση ενός πλαισίου αδικίας που είχε ανοίξει μέτωπο με τον επαγγελματικό κόσμο και τις επιχειρήσεις το προηγούμενο διάστημα και είχε πυροδοτήσει μεγάλα κύματα αντιδράσεων από φορείς και παράγοντες της αγοράς.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)




