«Αναίμακτο» πλαφόν στα πανωτόκια, μικρή ανάσα για τους οφειλέτες

Η νέα ρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση βάζει μεν «φρένο» σε υπερβολικές επιβαρύνσεις, δεν έχει όμως αναδρομική ισχύ, ειδικότερα σε δάνεια που έχουν περάσει σε servicers

Περιορισμένη άμεση επίπτωση για τις τράπεζες, αλλά και περιορισμένη ανακούφιση για μεγάλο μέρος των δανειοληπτών που έχουν ήδη παλιές φουσκωμένες οφειλές, φέρνει η νέα ρύθμιση για τα πανωτόκια στα καταναλωτικά δάνεια.

Το πλαφόν στο τελικό ποσό αποπληρωμής βάζει όριο στην υπερδιόγκωση των χρεών, αλλά, παρά τη θετική του διάσταση, δεν δίνονται απαντήσεις σε κρίσιμα ζητήματα που θέτουν οι δανειολήπτες.

Η παρέμβαση αφορά δάνεια έως 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, δηλαδή καταναλωτικά, κάρτες, ανοιχτές πιστώσεις και επισκευαστικά δάνεια χωρίς υποθήκη ή προσημείωση. Το συνολικό ποσό που θα μπορεί να ζητηθεί από τον δανειολήπτη δεν θα μπορεί να υπερβαίνει κατά 30% έως 50% το αρχικό κεφάλαιο, με το τελικό ποσοστό να οριστικοποιείται μετά τη διαβούλευση και να μπορεί να διαφοροποιείται ανά κατηγορία προϊόντος.

Η στόχευση της ρύθμισης είναι σαφής. Στα καταναλωτικά δάνεια οι επιβαρύνσεις από καθυστερήσεις, τόκους κ.λπ. μπορούσαν να οδηγήσουν το τελικό χρέος πολύ ψηλότερα από το αρχικό κεφάλαιο. Το πλαφόν επιχειρεί να ανακόψει αυτή τη διαδικασία και να βάλει ανώτατο όριο στο πόσο μπορεί να αυξηθεί μια οφειλή. Ωστόσο, δεν πρόκειται για γενικό κούρεμα χρεών ούτε για μηχανισμό αυτόματης μείωσης παλιών απαιτήσεων.

Τα αδύναμα σημεία της ρύθμισης

Το πρώτο αδύναμο σημείο για τους δανειολήπτες είναι η μη αναδρομικότητα. Με βάση τις μέχρι τώρα διευκρινίσεις, η ρύθμιση δεν φαίνεται να δίνει αναδρομική λύση στις παλιές οφειλές που έχουν ήδη διογκωθεί. Αυτό σημαίνει ότι όσοι βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με χρέη που αυξήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, ειδικά εφόσον έχουν περάσει σε servicers, δεν θα πρέπει να περιμένουν αυτόματη αναπροσαρμογή μόνο από την ψήφιση του νέου πλαισίου.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι το πλαφόν δεν καθιστά αυτομάτως φθηνή την καταναλωτική πίστη. Τα καταναλωτικά δάνεια και οι κάρτες παραμένουν από τις ακριβότερες μορφές χρηματοδότησης για τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τον Φεβρουάριο του 2026 το μέσο επιτόκιο στα καταναλωτικά δάνεια, χωρίς καθορισμένη διάρκεια, όπως κάρτες, ανοιχτά δάνεια και υπεραναλήψεις, ήταν 14,72%, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν 11,07%.
Από την πλευρά των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει ήδη συγκροτηθεί ομάδα εργασίας, η οποία παρακολουθεί την επεξεργασία του νομοσχεδίου και τις τεχνικές παραμέτρους του. Το κρίσιμο για το τραπεζικό σύστημα είναι ποιες χρεώσεις θα υπολογίζονται στο πλαφόν, πώς θα εφαρμοστεί ο κανόνας σε κάρτες και ανοιχτές πιστώσεις και αν θα υπάρξουν διαφορετικά όρια ανά προϊόν.

Πηγές του υπουργείου Ανάπτυξης εκτιμούν ότι το άμεσο αποτύπωμα στους ισολογισμούς των τραπεζών θα είναι μικρό, καθώς οι ίδιες δεν διακρατούν πλέον μεγάλο μέρος των παλιών προβληματικών καταναλωτικών χαρτοφυλακίων. Πολλά από τα δάνεια που «κοκκίνισαν» και επιβαρύνθηκαν τα προηγούμενα χρόνια έχουν φύγει από τα τραπεζικά βιβλία, είτε μέσω τιτλοποιήσεων είτε μέσω μεταβιβάσεων σε servicers.

Ετσι, το μεγαλύτερο μέρος του παλιού προβλήματος δεν βρίσκεται πια απευθείας στις τράπεζες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί για τους οφειλέτες. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, στο τέλος του δ’ τριμήνου του 2025 οι εταιρίες διαχείρισης είχαν υπό διαχείριση καταναλωτικά δάνεια ύψους 15,790 δισ. ευρώ. Δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι των παλιών απαιτήσεων έχει αλλάξει διαχειριστή, αλλά εξακολουθεί να βαραίνει πολίτες που αναζητούν ρυθμίσεις με τους servicers.

Η επόμενη φάση θα αφορά τα νέα δάνεια. Στα τέλη Μαρτίου το υπόλοιπο των καταναλωτικών δανείων ήταν 8,5 δισ. ευρώ, ενώ στο α’ τρίμηνο του 2026 χορηγήθηκαν 385 εκατ. ευρώ σε 94.000 δανειολήπτες, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, δείχνοντας πως η αγορά κινείται ξανά σε μια περίοδο κατά την οποία υψώνονται νέοι κανόνες στο συνολικό κόστος.

Τι προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία

Με τον νέο κόφτη οι τράπεζες αναμένεται να προσαρμόσουν επιτόκια και χρεώσεις, όπου χρειάζεται, ώστε τα προϊόντα τους να μη ξεπερνούν το πλαφόν.

Ωστόσο, η Οδηγία 2023/2225 για την καταναλωτική πίστη προβλέπει ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας πριν από τη χορήγηση δανείου, με βάση το εισόδημα, τις δαπάνες και τη συνολική οικονομική κατάσταση του καταναλωτή. Προβλέπει επίσης ότι η πίστωση πρέπει να καθίσταται διαθέσιμη μόνο όταν από την αξιολόγηση προκύπτει ότι ο καταναλωτής είναι πιθανό να μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής οδηγίας είναι η αποτροπή ανεύθυνων πρακτικών δανεισμού και υπερχρέωσης, κάτι που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα και για τις νέες χορηγήσεις.

Μένει να φανεί αν τα νέα όρια στο συνολικό κόστος, σε συνδυασμό με την αυστηρότερη αξιολόγηση που ζητά η ευρωπαϊκή οδηγία, θα οδηγήσουν μόνο σε προσαρμογή επιτοκίων και χρεώσεων ή και σε πιο προσεκτική αξιολόγηση αιτήσεων, κυρίως για δανειολήπτες με χαμηλότερο εισόδημα, αυξημένες υποχρεώσεις ή πιο αδύναμο πιστωτικό προφίλ.

Η ίδια οδηγία δίνει έμφαση και στην αναλογικότητα της αξιολόγησης, καθώς οι πληροφορίες που ζητούνται από τον καταναλωτή πρέπει να είναι κατάλληλες και αναγκαίες σε σχέση με το ύψος, τη διάρκεια και το είδος της πίστωσης. Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος πρέπει να είναι «δεμένος» με τον κίνδυνο κάθε δανείου.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 8/5/2026)

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ