«Ναι» της Κομισιόν σε κρατικές ενισχύσεις, 
αλλά ποιος πληρώνει τον… λογαριασμό;

Αγροτικός τομέας, αλιεία, μεταφορές και βιομηχανία μπαίνουν στο κάδρο, με την Αθήνα να έχει φέτος πρόσθετο περιθώριο μόλις 200 εκατ. ευρώ μετά τα μέτρα 800 εκατ. ευρώ

Νέο θεσμικό δρόμο για στήριξη επιχειρήσεων που πλήττονται από την κρίση στη Μέση Ανατολή άνοιξε την προηγούμενη εβδομάδα η Κομισιόν, χωρίς όμως να δίνει απάντηση στο βασικό ζήτημα που καίει την ελληνική και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις: ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ 

Το προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων επιτρέπει στα κράτη-μέλη να στηρίξουν συγκεκριμένους κλάδους που βλέπουν το κόστος τους να αυξάνεται λόγω καυσίμων, λιπασμάτων και ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν συνοδεύεται, όμως, από νέο ευρωπαϊκό μηχανισμό, κοινή χρηματοδότηση ή ειδική δημοσιονομική ευελιξία.

Με άλλα λόγια, η Κομισιόν επιτρέπει στις κυβερνήσεις να δώσουν ενισχύσεις χωρίς να προσκρούσουν στους κανόνες ανταγωνισμού. Δεν βάζει, όμως, τα χρήματα. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να πληρωθεί από τον διαθέσιμο χώρο, ο οποίος για φέτος υπολογίζεται μόλις στα 200 εκατ. ευρώ, ενώ έχουν ήδη ξοδευτεί 800 εκατ. ευρώ με ελάχιστα αποτελέσματα στην ανάσχεση των συνεπειών μιας κρίσης η οποία, μεταξύ άλλων, κανείς δεν ξέρει πόσο θα διαρκέσει…

Το νέο προσωρινό πλαίσιο, γνωστό ως METSAF, ισχύει έως τις 31/12/2026 και αφορά επιχειρήσεις που έχουν άμεση επιβάρυνση από καύσιμα, λιπάσματα και ηλεκτρική ενέργεια. Στον πυρήνα του πλαισίου μπαίνουν η γεωργία, η αλιεία και οι μεταφορές. Θεωρητικά, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να στηρίξει αγρότες, αλιείς, εταιρίες οδικών μεταφορών, επιχειρήσεις logistics, σιδηροδρομικές δραστηριότητες και θαλάσσιες μεταφορές μικρών αποστάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Το πλαίσιο επιτρέπει κάλυψη έως 70% του πρόσθετου κόστους που προκύπτει από την αύξηση της τιμής των καυσίμων και των λιπασμάτων, εφόσον η επιβάρυνση τεκμηριώνεται. Προβλέπει επίσης απλοποιημένη δυνατότητα ενίσχυσης έως 50.000 ευρώ ανά επιχείρηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε δικαιούχος θα λάβει το ανώτατο ποσό.

Στην ελληνική πραγματικότητα, ο πρωτογενής τομέας είναι ο πρώτος που πλήττεται. Τα καύσιμα και τα λιπάσματα αποτελούν βασικές εισροές για την παραγωγή, ενώ ήδη υπάρχουν ανοιχτά μέτωπα με το αγροτικό πετρέλαιο και την επιδότηση στα λιπάσματα, η οποία από τα στελέχη του ΥΠΟΙΚ τοποθετείται τον… Ιούνιο. Αν η πίεση στις τιμές συνεχιστεί, το νέο πλαίσιο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για πρόσθετη παρέμβαση, κάτι που όμως προϋποθέτει διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Ανάλογη είναι η εικόνα στις μεταφορές. Η άνοδος του πετρελαίου έχει ήδη περάσει στο κόστος διακίνησης προϊόντων, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στα logistics, απειλώντας ξανά με εκτίναξη τον πληθωρισμό στα τρόφιμα και τα βιομηχανικά αγαθά.

Στο πλαίσιο μπαίνει και η αλιεία, καθώς το κόστος καυσίμων έχει μεγάλο βάρος στη λειτουργία των επαγγελματικών σκαφών. Για έναν κλάδο με μικρές μονάδες και περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης αυξήσεων, θα ήταν κρίσιμη η δυνατότητα στήριξης, εάν υπήρχαν τα δημοσιονομικά περιθώρια να στηριχτούν οι Ελληνες αλιείς.

Ξεχωριστή πρόβλεψη υπάρχει για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Η Κομισιόν επιτρέπει υψηλότερη ένταση ενίσχυσης για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, έως 70% της επιλέξιμης κατανάλωσης.

Ωστόσο, εκτός του στενού πλαισίου μένουν τα νοικοκυριά. Το METSAF δεν επιδοτεί την ενέργεια για οικιακούς καταναλωτές και δεν αποτελεί γενικό εργαλείο αντιμετώπισης της ακρίβειας. Εκτός άμεσου κάδρου μένουν επίσης η εστίαση, το λιανεμπόριο, ο τουρισμός και οι περισσότερες επιχειρήσεις υπηρεσιών.

Δημοσιονομική «παγίδα», αν δεν υπάρξει ευελιξία

Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο είναι ότι η έγκριση μιας κρατικής ενίσχυσης δεν ισοδυναμεί με εξαίρεση από τον ευρωπαϊκό κανόνα δαπανών. Αν μια παρέμβαση πληρωθεί από εθνικούς πόρους, κατά κανόνα επιβαρύνει τον Προϋπολογισμό του κράτους-μέλους και πρέπει να χωρέσει στο πλαίσιο δαπανών του Συμφώνου Σταθερότητας, καθώς άλλο η συμβατότητα με τους κανόνες ανταγωνισμού και άλλο η δημοσιονομική μεταχείριση του κόστους.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συζήτηση για κοινή χρηματοδότηση έχει ήδη ανοίξει, καθώς οι πιέσεις από την ενέργεια και τις εφοδιαστικές αλυσίδες δεν πλήττουν όλες τις οικονομίες με τον ίδιο τρόπο και ένταση.

Στο τραπέζι έχουν πέσει ιδέες για ένα νέο κοινό εργαλείο στήριξης, για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία σε ό,τι αφορά τις ενεργειακές δαπάνες ή για αντιμετώπιση της κρίσης με λογική αντίστοιχη με άλλες ευρωπαϊκές εξαιρέσεις, όπως, για παράδειγμα, με την ενεργοποίησης μιας γενικής ρήτρας διαφυγής. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχει ουδεμία επίσημη απόφαση για νέο κοινό ταμείο, κοινό δανεισμό μέσω ευρωπαϊκών ομολόγων ή εξαίρεση των σχετικών δαπανών από τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, με την Κομισιόν να επιμένει στη γραμμή των στοχευμένων και εστιασμένων μέτρων που πρέπει να αναλάβουν τα κράτη-μέλη ξεχωριστά, τη στιγμή που το Ινστιτούτο Bruegel έχει υπολογίσει το συνολικό κόστος αυτών μέχρι στιγμής στα 10 δισ. ευρώ.

Ετσι, καθώς κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος, πόσο θα μείνουν στα ύψη οι τιμές του πετρελαίου και πόσο θα επιβαρυνθούν οι κρίσιμες ύλες και υπηρεσίες, είναι άγνωστο πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει και ο λογαριασμός… Για την Ελλάδα, με πρόσθετο χώρο μόλις 200 εκατ. ευρώ για φέτος, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι μπορούν να ενταχθούν στο πλαίσιο και πόσοι μπορούν πράγματι να στηριχθούν, αλλά και «μετά τα 200 εκατ. τι;»…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (8 ΜΑΙΟΥ 2026)

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ