Χρόνιες ευπάθειες που σχετίζονται με το υψηλό δημόσιο και εξωτερικό χρέος, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και με την ανεργία, που παραμένουν παρά κάποια οριακή βελτίωση, και μέτωπα που εντείνονται καταγράφει η Κομισιόν στο ετήσιο πόρισμά της για τα προβλήματα στην πραγματική οικονομία. Ως μεγαλύτερο βαρίδι από το παρελθόν -που παρακολουθεί συστηματικά- ορίζει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών: παραμένει υψηλό, πάνω και από τα προ πανδημίας επίπεδα και μόνο ένα μέρος του φαίνεται να οφείλεται στην πρόσφατη ισχυρή επέκταση των επενδύσεων και των σχετικών εισαγωγών λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως αναφέρει.
Περιγράφει όμως και νέα μέτωπα: από την κρίση στην αγορά κατοικίας, την άνοδο των δανείων, που είναι «παρκαρισμένα» εκτός τραπεζών σε παρόχους, έως μία θηλιά που αρχίζει και σφίγγει στην ανταγωνιστικότητα, λόγω του νέου κύματος ακρίβειας που δεν αναχαιτίζεται.
«Οι μεταρρυθμίσεις φέρνουν απτά οφέλη, αλλά η Ελλάδα πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστική για να βοηθηθεί στη μείωση του χρέους και να υπάρχει διαρκής βελτίωση στα εξωτερικά ισοζύγια» αναφέρεται. Συστήνονται προσπάθειες για τη βελτίωση του φορολογικού πλαισίου (με… μαχαίρι στις εξαιρέσεις) και της αποτελεσματικότητας της ΔημόσιαςΔιοίκησης, καθώς και για την αντιμετώπιση των εμποδίων στις επενδύσεις.
ΣΤΗΡΙΓΜΑ
Στην ανταγωνιστικότητα κόστους αναφέρεται πως έπειτα από μια δεκαετία χαμηλού πληθωρισμού και αρνητικών διαφορών δομικού πληθωρισμού σε σχέση με την Ευρωζώνη, ο ονομαστικός και ο δομικός πληθωρισμός κινούνται πλέον ταχύτερα από την Ευρωζώνη από το 2024. Αντιθέτως, οι αυξήσεις στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος ήταν ήπιες (3%) τα τελευταία τρία χρόνια και κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (4,6%), αποτελώντας ουσιαστικά το μόνο στήριγμα στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Τα κέρδη στην ανταγωνιστικότητα περιορίζονται από την κυριαρχία των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες δεν διαθέτουν οικονομία κλίμακας, περιορίζοντας, επίσης, τις δυνατότητες καινοτομίας και διεύρυνσης της εξαγωγικής βάσης. Η έλλειψη διαθέσιμης γης (λόγω περιοχών συμφόρησης στον χωροταξικό σχεδιασμό) και οι ανεπαρκείς σιδηροδρομικές και οδικές συνδέσεις εμποδίζουν τις εταιρίες να αναπτυχθούν, συνεχίζει.
Παράλληλα, επισημαίνει πως το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παρέμεινε υψηλό: μειώθηκε το 2025 μόνο λόγω της βελτίωσης του ενεργειακού ισοζυγίου, όταν το έλλειμμα των μη ενεργειακών αγαθών παρέμεινε αμετάβλητο. Κατά συνέπεια, περιόρισε τη βελτίωση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης (NIIP): ο λόγος της NIIP ως προς ΑΕΠ βελτιώθηκε από -137,6% του ΑΕΠ το 2024 σε -136,8% του ΑΕΠ το 2025, εξακολουθώντας να είναι σημαντικά εκτός των επιπέδων αναφοράς (-49% και -52%, αντίστοιχα, το 2025).
Η ισχυρότερη αύξηση του ΑΕΠ θα διευκόλυνε την ταχύτερη μείωση του χρέους, καθώς και τη μείωση του χάσματος εισοδήματος σε σχέση με την Ε.Ε., επισημαίνεται. Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι ο υψηλότερος στην Ε.Ε., αλλά συνέχισε να μειώνεται σημαντικά. Παρ’ όλα αυτά, οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα παραμένουν συνολικά υψηλοί, αναφέρεται.
Τα ποσοστά ανεργίας είναι από τα υψηλότερα στην Ε.Ε. και το ποσοστό απασχόλησης είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Το ποσοστό απασχόλησης παραμένει σχετικά χαμηλό, ιδίως για τις γυναίκες. Το ποσοστό ανεργίας των νέων έχει μειωθεί σημαντικά και συγκλίνει προς τον μέσο όρο της Ε.Ε., ενώ το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας μειώθηκε κάπως πρόσφατα, αλλά οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού εξακολουθούν να υπάρχουν στον τουρισμό και τις κατασκευές. Η βελτιωμένη αλλά ακόμα περιορισμένη ικανότητα προσαρμογής στην αγορά εργασίας και τα κενά δεξιοτήτων περιορίζουν την ποιότητα της εργασίας και την αποτελεσματική χρήση των αποθεμάτων εργασίας.
ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
Το πόρισμα για την «εις βάθος ανασκόπηση» αναλύει την εξέλιξη των ευπαθειών της Ελλάδας κάθε χρόνο, γιατί είναι σε ειδική εποπτεία λόγω μεγάλων ανισορροπιών στην οικονομία. Σχετίζονται κυρίως με το υψηλό δημόσιο χρέος, την ασθενή εξωτερική θέση και την αργή απομείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός του τραπεζικού τομέα. Είναι μέρος της εποπτείας της Ε.Ε., αξιολογεί την επιμονή ή την εξάλειψη των ευπαθειών που εντοπίστηκαν πέρσι, τους πιθανούς αναδυόμενους κινδύνους και τις επιλογές πολιτικής που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για το μέλλον.
Καμπανάκι για τη στέγαση και το φορολογικό σύστημα
Ειδική μνεία γίνεται για το φορολογικό σύστημα. Σχετικά υψηλή είναι, αναφέρει, η οριακή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στα υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια, κάτι που μειώνει την ικανότητα των εταιριών να προσλαμβάνουν και να προσελκύουν εργαζομένους υψηλότερης ειδίκευσης. Τα βάρη του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξάνονται απότομα σε σχέση με την κατανομή του εισοδήματος στην Ελλάδα. Ως συνέπεια της έλλειψης προοδευτικότητας του φόρου εισοδήματος και των σημαντικών αυξήσεων του κατώτατου μισθού, η Ελλάδα έχει βιώσει σημαντική συμπίεση των μισθών τα τελευταία δύο χρόνια αναφέρει…
Εμφαση δίδεται και στην απώλεια εσόδων λόγω μειωμένων συντελεστών ή φορολογικών δαπανών που περιορίζουν τη φορολογική βάση: υπολογίζεται στο 56,5% το 2024, στο δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., και σχεδόν 10% πάνω από τον διάμεσο όρο της Ε.Ε., υπονοώντας παρεμβάσεις που έρχονται σε αυτό το πεδίο.
Για τη στέγη ηχεί καμπανάκι «φούσκας», που θα γίνει θέμα και στη σύνοδο υπουργών. Επισημαίνει πως η έντονη ζήτηση και η χαμηλή κατασκευαστική δραστηριότητα οδηγούν σε ταχεία αύξηση των τιμών των κατοικιών. Οι τιμές των κατοικιών συνέχισαν να αυξάνονται με ταχύ ρυθμό το 2025 (7,8% έναντι 9,1% το 2024), δείχνοντας σημάδια υπερτίμησης περίπου 18% το 2025.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 22/5/2026)



