Ο πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν δεν εξελίσσεται όπως πολλοί αρχικά εκτιμούσαν. Δεν δείχνει να οδηγείται σε μια γρήγορη κορύφωση και αποκλιμάκωση. Αντίθετα, παγιώνεται σε μια νέα φάση, στην οποία το βασικό χαρακτηριστικό δεν είναι η ένταση των χτυπημάτων, αλλά η διάρκεια και το κόστος. Σε αυτή την εκτίμηση συμπίπτουν τα κορυφαία think tanks, τα οποία βλέπουν τη σύγκρουση να μετατρέπεται σε μια μακρά δοκιμασία αντοχής για όλες τις πλευρές.
Η πιο καθαρή αποτύπωση αυτής της λογικής έρχεται από το CSIS, το οποίο σε πρόσφατες παρεμβάσεις του επισημαίνει ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος κερδίζει στο πεδίο, αλλά ποιος αντέχει περισσότερο. Το Ιράν, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν χρειάζεται να υπερισχύσει στρατιωτικά. Αρκεί να διατηρεί την πίεση στο Στενό του Ορμούζ, να αξιοποιεί τα δίκτυα συμμάχων του στην περιοχή και να αυξάνει διαρκώς το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.
Στο ίδιο μήκος κύματος, το Atlantic Council μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο των επιχειρήσεων στο πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο. Σε πρόσφατες αναλύσεις του υπογραμμίζει ότι η κρίση αρχίζει να δημιουργεί ρωγμές στη σχέση των ΗΠΑ με τα κράτη του Κόλπου, τα οποία βρίσκονται σε μια δύσκολη ισορροπία: από τη μία εξαρτώνται από την αμερικανική ασφάλεια, από την άλλη δεν θέλουν να μετατραπούν σε βασικό θέατρο σύγκρουσης. Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας συμμαχίας που δεν σπάει, αλλά δοκιμάζεται.
Το οικονομικό σκέλος της κρίσης αποκτά, επίσης, όλο και μεγαλύτερο βάρος. Το Brookings επιμένει ότι οι ενεργειακές επιπτώσεις δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως και, κυρίως, ότι η αγορά δεν πρόκειται να επιστρέψει στην προπολεμική κανονικότητα. Η έννοια του «γεωπολιτικού ρίσκου» ενσωματώνεται πλέον μόνιμα στις τιμές της ενέργειας, κάτι που μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος για οικονομίες όπως η ευρωπαϊκή, που ήδη έχουν υποστεί ένα πρώτο σοκ τα προηγούμενα χρόνια.
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Την ίδια στιγμή, το Chatham House φωτίζει μια άλλη, λιγότερο προβεβλημένη διάσταση: τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες σε χώρες που δεν βρίσκονται στο επίκεντρο των συγκρούσεων. Η περίπτωση του Ιράκ είναι ενδεικτική, καθώς η αστάθεια επηρεάζει την καθημερινότητα, τα δημόσια έσοδα και την ενεργειακή επάρκεια, δείχνοντας ότι ο πόλεμος παράγει ήδη δευτερογενείς κρίσεις γύρω από το βασικό μέτωπο.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, το IISS επισημαίνει ότι η υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν αρκεί για να δώσει λύση. Η σύγκρουση διεξάγεται πλέον με όρους ασύμμετρης πίεσης, με τη χρήση drones, δικτύων συμμάχων και νέων τεχνολογιών, ενώ η αυξανόμενη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει σταδιακά το ίδιο το μοντέλο του πολέμου.
Από την πλευρά του, το Carnegie θέτει ένα ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα: Εάν τελικά το στρατηγικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερο από το όποιο στρατιωτικό όφελος; Η πίεση στους συμμάχους, η διεθνής εικόνα και η ενίσχυση ανταγωνιστικών μπλοκ είναι παράγοντες που βαραίνουν όλο και περισσότερο στη συνολική αποτίμηση.
Το κεντρικό συμπέρασμα που προκύπτει από όλες αυτές τις αναλύσεις είναι σαφές. Ο πόλεμος δεν είναι μια ακόμη κρίση που θα περάσει. Είναι μια σύγκρουση που φαίνεται να εγκαθίσταται, να επηρεάζει δομικά την οικονομία, την ενέργεια και τις διεθνείς ισορροπίες και να διαμορφώνει μια νέα, πιο ασταθή κανονικότητα για το παγκόσμιο σύστημα.



