Κοινή επιτροπή για το ζήτημα της διαχείρισης των Στενών του Ορμούζ συγκρότησαν το Ιράν και το Ομάν, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυκλοφορία πλοίων στον κρίσιμο θαλάσσιο δίαυλο παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Τη σχετική ανακοίνωση έκανε ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας, Μπαγέρ Γαλιμπάφ, μέσω Telegram. Είχε προηγηθεί επίσκεψη ιρανικής αντιπροσωπείας στο Μασκάτ για συνομιλίες σχετικά με το νέο πλαίσιο λειτουργίας στην περιοχή.
ΝΕΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Irna, ο Γαλιμπάφ υποστήριξε ότι η διοίκηση των Στενών δεν πρόκειται να επιστρέψει στο μοντέλο που ίσχυε πριν από τον πόλεμο. Παράλληλα, δήλωσε ότι η Τεχεράνη θα έχει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση του περάσματος.
Διαβάστε ακόμα: Το Μουντιάλ του 2026 μετατρέπει τα γήπεδα σε οικονομικό πεδίο
Η συγκρότηση της επιτροπής με το Ομάν αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα βρίσκεται στη νότια πλευρά των Στενών και αποτελεί βασικό συνομιλητή για την ασφάλεια και τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή. Το περιεχόμενο των συζητήσεων και ενδεχόμενα χρονοδιαγράμματα δεν έχουν γίνει γνωστά.
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΚΙΝΗΣΗ
Στοιχεία της πλατφόρμας Kpler δείχνουν ότι τουλάχιστον 36 πλοία μεταφοράς πρώτων υλών διέσχισαν χθες τα Στενά του Ορμούζ. Ο αριθμός αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο της συνήθους ημερήσιας κίνησης πριν από τον πόλεμο, όταν οι διελεύσεις έφθαναν περίπου τα 120 πλοία ημερησίως.
Ο δίαυλος άνοιξε την προηγούμενη εβδομάδα, ωστόσο η Τεχεράνη ανακοίνωσε εκ νέου κλείσιμο το Σάββατο, επικαλούμενη τη συνέχιση ισραηλινών επιθέσεων στον Λίβανο. Ακολούθησαν συμφωνίες μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ για μέτρα αποκλιμάκωσης και για τη διασφάλιση της λειτουργίας του περάσματος.
ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον επέτρεψε έως τις 21 Αυγούστου συναλλαγές που συνδέονται με την παραγωγή, πώληση και μεταφορά ιρανικών υδρογονανθράκων. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στα δεξαμενόπλοια του ιρανικού στόλου που βρίσκονται υπό κυρώσεις να κινηθούν εκ νέου, υπό το προσωρινό καθεστώς αδειοδότησης.
Οι αποφάσεις για το Ορμούζ αναμένεται να επηρεάσουν τη ροή ενεργειακών φορτίων, τα ναύλα και τον σχεδιασμό των εταιρειών που εξαρτώνται από τη συγκεκριμένη θαλάσσια διαδρομή.


