Οι φορείς της αγοράς υποδέχθηκαν θετικά, έστω και με εμφανή επιφύλαξη, την κυβερνητική ανακοίνωση για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Ωστόσο, ζητούν ουσιαστική στήριξη της επιχειρηματικότητας για να μπορέσουν να σηκώσουν τα βάρη τόσο από την αναπροσαρμογή της ελάχιστης αμοιβής του ιδιωτικού τομέα, όσο και από τις παρενέργειες που προκαλεί ήδη ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, έθεσε ευθέως το ζήτημα της ανάγκης για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, αλλά και για ελαφρύνσεις στα φορολογικά και ασφαλιστικά βάρη, μαζί με την αποσύνδεση του εμπορίου από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης. Στο ίδιο πνεύμα, ο πρόεδρος του ΕΕΑ, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, υπογράμμισε ότι η νέα αυτή εξέλιξη επιβαρύνει ξανά τις επιχειρήσεις και προειδοποίησε πως στην εξίσωση πρέπει να μπουν μέτρα τόνωσης της επιχειρηματικότητας, ιδίως για τη μεσαία αγορά.
Ανάλογες επισημάνσεις έκαναν και οι υπόλοιποι παραγωγικοί φορείς. Ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος, στάθηκε στον κίνδυνο να περιοριστεί η απασχόληση και να ενταθούν οι πιέσεις στην αγορά, εφόσον δεν υπάρξει άμεση μείωση του μη μισθολογικού κόστους και ουσιαστική στήριξη των επιχειρήσεων. Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, μίλησε για ανάγκη διατήρησης της ισορροπίας ώστε να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα, ενώ η ΓΣΕΒΕΕ έβαλε στο τραπέζι και μια άλλη, κρίσιμη διάσταση: ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις ανάγκες των εργαζομένων, αλλά και τις πραγματικές αντοχές των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς, ζητώντας μέτρα στήριξης της επιχειρηματικότητας. Από την άλλη πλευρά, η ΓΣΕΕ έδωσε μια διαφορετική έμφαση, τονίζοντας ότι μια τόσο περιορισμένη αύξηση δεν αρκεί για να καλύψει τη φθορά που έχει υποστεί η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.



