Μέρα με τη μέρα γίνεται και πιο διακριτή η πραγματικότητα πως η κρίση θα έχει βάθος και αρνητικό αποτύπωμα όσο και αν διαρκέσει. Αυτονόητα ο πρωθυπουργός σε πρόσφατη ομιλία του αναφέρθηκε στην ανάγκη η Ε.Ε. να προετοιμαστεί για την αντιμετώπιση της κρίσης με «κατάλληλα εργαλεία στήριξης».
Του Ηρακλή Ρούπα
Το βασικό ερώτημα βέβαια είναι -εκτός των αυτονόητων διαπιστώσεων- πόσο προετοιμασμένη ήταν και είναι η οικονομία της χώρας, με αμυντικά αναπτυξιακά εργαλεία, για την αντιμετώπιση κρίσεων. Μπορεί κατά δήλωση του κ. Μητσοτάκη «χώρα να έχει τη δυνατότητα να υποδεχθεί νέο κύμα επενδύσεων», όμως αν αυτές δεν είναι στοχευμένες στο πλαίσιο εξειδικευμένης στρατηγικής ανάπτυξης, τότε το τελικό αναπτυξιακό αποτύπωμα θα αποτελεί ακόμα ένα στατιστικό δεδομένο.
Σε αντίθεση με τις αναπτυξιακές εξαγγελίες, στον «σχεδιασμό» κρίσης εγχωρίως ακολουθήθηκε η «πεπατημένη» λύση της επιβολής «πλαφόν». Το κυβερνητικό επιτελείο φαίνεται πως ακόμα και σήμερα μόνο με αποσπασματικές και άκρως στρεβλές τοποθετήσεις αντιλαμβάνεται τον ορισμό της βιωσιμότητας της οικονομίας, των επιχειρήσεων, των επενδυτικών προγραμμάτων και της ίδιας της κοινωνίας σε περιόδους κρίσεων. Κατά τα άλλα, επιζητείται η ανάδειξή μας -κατά τον πρωθυπουργό- ως «υποδοχέα επενδύσεων».
Η λύση του «πλαφόν» όμως, σε συνδυασμό με τη δήλωση του κ. Θεοδωρικάκου ότι αυτό δεν αναμένεται να προκαλέσει μείωση τιμών παρά μόνο ασπίδα για τον πολίτη ως έκτακτο μέτρο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και των ανατιμήσεων, αναδεικνύει μόνο παθογένειες. Επιπρόσθετα αδυναμία διαμόρφωσης συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού και ανάπτυξης. «Τέρμα η αισχροκέρδεια» κατά τον υπουργό, καθώς η κυβέρνηση δεν θα επιτρέψει φαινόμενα ασυδοσίας στην αγορά. Μία προσέγγιση καθαρά ουτοπική, καθώς για πολλοστή φορά γίνεται παρόμοια τοποθέτηση χωρίς να έχει υπάρξει αποτέλεσμα. Προφανώς, χωρίς να υπάρχει αντίληψη ότι η επιβολή πλαφόν αποτελεί έμμεση παραδοχή αποτυχημένης πολιτικής «αμυντικής ανάπτυξης» και υγιούς λειτουργίας του ανταγωνισμού.
ΠΑΓΙΔΑ ΣΟΦΙΣΤΕΙΑΣ
Ο αντίλογος από πλευράς κυβέρνησης είναι να ερωτά τι έχουν να προτείνουν όσοι ασκούν κριτική, προσδίδοντας μία φιλοσοφική διάσταση σε μία ανεξέλεγκτη διαχρονική παθογένεια που αλλοιώνει την ουσία της λειτουργίας της ελεύθερης οικονομίας. Αυτή η «παγίδα σοφιστείας», όμως, σκόπιμα αγνοεί πως η λύση που τόσο πολύ αναζητείται προέρχεται από συνολική αλλαγή του μοντέλου, ώστε να μη χρειάζονται οι έμμεσοι φόροι για τη χρηματοδότηση των υπερπλεονασμάτων -ως μονοδιάστατο μηχανισμό άμυνας- και τη συντήρηση του φαύλου κύκλου της ανισόρροπης στήριξης των πολιτών.
Η μέσω χρήσης πλαφόν και έμμεσων φόρων επιδοματική πολιτική πλεονασμάτων πρέπει να μας οδηγεί στο να στιγματίσουμε την έλλειψη ουσιώδους αίσθησης προγραμματισμού εκείνων που ασπάζονται μία τέτοια πολιτική στρεβλοτήτων. Ίσως επειδή δεν υπάρχουν η ικανότητα ή η διάθεση επεξεργασίας ουσιωδών πολιτικών κρίσεων με μακροπρόθεσμο αποτύπωμα. Την ίδια περίοδο που γίνονται συζητήσεις σε διεθνή φόρα για το γεγονός ότι η υπερσυγκέντρωση της παραγωγικής διαδικασίας και η ενίσχυση των μονοπωλίων φέρουν μέρος της ευθύνης για τις υφιστάμενες πληθωριστικές πιέσεις. Την ίδια περίοδο που επανέρχεται στο προσκήνιο η θεώρηση περί «ρυθμιζόμενου ανταγωνισμού».
ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
Βρισκόμαστε αντιμέτωποι για άλλη μία φορά με νέα κρίση, που πρέπει να μας αναγκάσει -ως εξαρτώμενη και αδύναμη αναπτυξιακά οικονομία- να βαδίσουμε εκτός της πεπατημένης ως προς τι νοείται αναπτυξιακή πολιτική. Ειδικά ως προς το θέμα της αυτάρκειας και της εγχώριας παραγωγής που φθίνει με ραγδαίους ρυθμούς.
Οι εξελίξεις είναι δυνατόν να έχουν ιστορικές διαστάσεις που μόνο με κάθετες και «παραγωγικές» στοχευμένες παρεμβάσεις είναι δυνατόν να θεραπευτούν. Είναι σημαντικό, δε, να αντιληφθεί η κυβέρνηση πως σημασία δεν έχει η διάρκεια της κρίσης, όπως επιθυμεί να αναδεικνύει ως βάση του επικοινωνιακού κατευνασμού.
Κάθε κρίση αφήνει αποτύπωμα, ανεξάρτητα της διάρκειας. Όσο μεγαλύτερες οι στρεβλότητες μιας οικονομίας τόσο αυτές διογκώνονται έπειτα από κάθε διεθνή κρίση. Τόσο δυσκολότερος γίνεται ο χειρισμός της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Δυστυχώς, στην παρούσα φάση η διαχρονική αδυναμία αντίληψης του απλού αυτού «αξιώματος κρίσεων» αναγκάζει την κυβέρνηση -ελλείψει ουσιαστικών αντιμέτρων- να καταφεύγει σε μονοδιάστατες παρεμβάσεις που αποπροσανατολίζουν τη στόχευση της ανάπτυξης.
Η ενδογενής αυτή παθογένεια -περί παθογένειας πρόκειται- κινδυνεύει να μηδενίσει ακόμα και αυτό το όποιο θετικό αποτύπωμα των κονδυλίων του Αναπτυξιακού Ταμείου, που μετά το 2027 θα πάψουν να ενισχύουν την αναπτυξιακή προσπάθεια.
Οι εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας το 2026 δεν είναι καλές. Σημαντικά μειωμένη η ανάπτυξη. Με ενισχυμένες τάσεις ο πληθωρισμός. Η κυβέρνηση, αδυνατώντας να παράξει πολιτική μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, υποχρεώνεται σε βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις κοινωνικής στήριξης, οι οποίες όμως, ενώ απαλύνουν κάπως το πρόβλημα, ενισχύουν την κοινωνική αδυναμία αντιμετώπισης της «παραγωγικής» καθημερινότητας.
Κατά την έννοια αυτή, τα κυοφορούμενα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα εξαιτίας του πολέμου αναδεικνύουν -για όσους έχουν την πολιτική οξύνοια να αλλάξουν την πολιτική στόχευση- χρυσή ευκαιρία σταδιακής αναπτυξιακής αναδίπλωσης, με έμφαση στην επίτευξη παραγωγικής αυτάρκειας σε κάθε έκφανση της οικονομίας, όπου αυτό είναι δυνατόν. Ενίσχυση της «μετάλλαξης» σε δυναμικές ευέλικτες μικρές, καινοτόμες επιχειρήσεις και όχι υπερμεγέθεις μονοπωλιακής προσέγγισης στη βάση περιφερειακής ανάπτυξης ουσίας. Μία συνολική έκφανση «αποκεντρωμένης» αναπτυξιακής προσέγγισης.
*Οικονομολόγος
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 20/3/2026)



