Η υπογραφή μνημονίου κατανόησης (Memorandum of Understaning – MoU) μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν στις 17 Ιουνίου από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον πρόεδρο του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν προσέφερε μια πολυαναμενόμενη ανάσα στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές. Αν και η συμφωνία αποτελεί μόνο μια προσωρινή διευθέτηση με ισχύ εξήντα ημερών, η επίδρασή της στις αγορές υπήρξε άμεση.
Tου Κωστή Σταμπολή
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει σχεδόν κατά 20% τις τελευταίες πέντε ημέρες και πλέον διαμορφώνονται στην περιοχή των 78-80 δολ. ανά βαρέλι, κοντά στα προπολεμικά επίπεδα. Αντίστοιχη ήταν και η αντίδραση των αγορών φυσικού αερίου. Στο Αμστερνταμ οι τιμές του ευρωπαϊκού TTF μειώθηκαν σχεδόν κατά 18% την τελευταία εβδομάδα και κινούνται πλέον γύρω στα 40 €/MWh. Η απότομη αυτή διόρθωση αντανακλά την αυξανόμενη πεποίθηση των επενδυτών ότι το χειρότερο σενάριο στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό έχει μάλλον αποφευχθεί.
Διαβάστε ακόμα: Ο πληθωρισμός «πιέζει» τον χρυσό
Ωστόσο, πίσω από αυτή την αισιοδοξία των αγορών κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Η συμφωνία δεν αποτελεί συνθήκη ειρήνης, αλλά μια προσωρινή πολιτική διευθέτηση που αποσκοπεί στην παύση των εχθροπραξιών και τη δημιουργία του απαραίτητου χώρου και χρόνου για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις σχετικά με ένα ευρύ φάσμα σύνθετων και πολύπλοκων ζητημάτων που καθορίζουν τις σχέσεις των δύο χωρών εδώ και δεκαετίες.
Το 14 σημείων μνημόνιο φέρεται ότι καλύπτει σχεδόν κάθε σημαντική πτυχή των διμερών σχέσεων. Μεταξύ των θεμάτων που αναμένεται να συζητηθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής των εξήντα ημερών περιλαμβάνονται το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, η αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν δεσμευμένα στο εξωτερικό, η άρση πολυάριθμων αμερικανικών κυρώσεων και, ίσως το σημαντικότερο από ενεργειακής πλευράς, η αποκατάσταση της ελεύθερης και ασφαλούς ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Για τις ενεργειακές αγορές, το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ παραμένει το πλέον κρίσιμο. Η στενή αυτή θαλάσσια δίοδος, που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τις διεθνείς ναυτιλιακές οδούς, διακινεί περίπου το 35% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης σύγκρουσης τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα και οι επιθέσεις σε πλοία προκάλεσαν έντονη ανησυχία σχετικά με την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και ώθησαν τις τιμές σε ιδιαιτέρως υψηλά επίπεδα (το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 100 δολ. ανά βαρέλι και το φυσικό αέριο τα 60 €/MWh). Ακόμα και η πιθανότητα παρατεταμένων περιορισμών ήταν αρκετή για να εκτινάξει τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου και να αναζωπυρώσει τους φόβους για μια νέα παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Το μνημόνιο υποχρεώνει το Ιράν να διασφαλίσει την ασφαλή και απρόσκοπτη διέλευση της εμπορικής ναυτιλίας μέσω των Στενών. Οι αγορές φαίνεται να θεωρούν αξιόπιστη αυτή τη δέσμευση. Η εκτίμηση είναι ότι η Τεχεράνη διαθέτει πλέον ισχυρό οικονομικό κίνητρο για συνεργασία. Βάσει της συμφωνίας, το Ιράν αναμένεται να αποκτήσει εκ νέου πρόσβαση σε σημαντικά κεφάλαια που βρίσκονται στο εξωτερικό και να επωφεληθεί από τη σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων. Τα οφέλη αυτά υπερβαίνουν κατά πολύ οποιαδήποτε πιθανά έσοδα θα μπορούσαν να προκύψουν από περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα και την είσπραξη τελών διέλευσης.
Ωστόσο, η εμπιστοσύνη των αγορών ενδέχεται να προηγείται της πραγματικότητας. Η ιστορία προσφέρει πολλά παραδείγματα συμφωνιών μεταξύ του Ιράν και δυτικών δυνάμεων που κατέρρευσαν λόγω διαφωνιών ως προς την εφαρμογή τους. Εάν η Τεχεράνη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ουάσινγκτον δεν τηρεί τις δεσμεύσεις της, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την άρση των κυρώσεων ή την αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, είναι εξαιρετικά πιθανόν η ιρανική ηγεσία να επαναφέρει αυστηρότερους ελέγχους στη θαλάσσια κυκλοφορία στον Κόλπο.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αναζωπύρωνε άμεσα τις εντάσεις στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές. Οι traders πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίοι έχουν σε μεγάλο βαθμό προεξοφλήσει τη γεωπολιτική αποκλιμάκωση την τελευταία εβδομάδα, θα αναγκάζονταν να επανεκτιμήσουν την ασφάλεια του εφοδιασμού. Οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν εκ νέου ανοδικά, ενδεχομένως ξεπερνώντας ακόμα και τα υψηλά που καταγράφηκαν κατά την πρόσφατη κρίση, με το πετρέλαιο να διαπραγματεύεται ακόμη και στα 150 δολ. το βαρέλι.
ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ
Μια άλλη σημαντική πηγή αβεβαιότητας αφορά το Ισραήλ. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν συμφώνησαν να αναστείλουν τις εχθροπραξίες και να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις, το Ισραήλ δεν συμμετείχε άμεσα στη συμφωνία. Η ισραηλινή ηγεσία έχει επανειλημμένα διακηρύξει urbi et orbi ότι οι στόχοι της υπερβαίνουν μια προσωρινή αποκλιμάκωση. Παραμένει προσηλωμένη στη μακροπρόθεσμη εξουδετέρωση αυτού που θεωρεί ιρανική απειλή, συμπεριλαμβανομένων των πυραυλικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης και της περιφερειακής επιρροής που ασκεί μέσω εκπροσώπωμν όπως οι οργανώσεις Χεζμπολάχ, Χαμάς και Χούθι.
Ως εκ τούτου, εξακολουθεί να υφίσταται ο κίνδυνος ανεξάρτητων ισραηλινών ενεργειών που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εύθραυστη διπλωματική διαδικασία που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη. Οποιαδήποτε νέα στρατιωτική αντιπαράθεση που θα εμπλέκει το Ιράν, το Ισραήλ ή δυνάμεις που ευθυγραμμίζονται με το Ιράν θα μπορούσε να κλιμακωθεί ταχύτατα και να επαναφέρει την περιοχή σε κατάσταση σύγκρουσης.
Οι ευρύτερες επιπτώσεις εκτείνονται πολύ πέρα από τις τιμές της ενέργειας. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μετακυλιόταν άμεσα στο κόστος μεταφορών, στη βιομηχανική παραγωγή, στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και στον πληθωρισμό. Η οικονομική ανάκαμψη στην Ευρώπη και σε τμήματα της Ασίας θα μπορούσε να υπονομευτεί σοβαρά, ενώ οι κεντρικές τράπεζες θα βρίσκονταν και πάλι αντιμέτωπες με δύσκολες επιλογές πολιτικής.
Προς το παρόν, οι αγορές επιλέγουν να εστιάσουν στις θετικές πτυχές της συμφωνίας. Ωστόσο, οι επενδυτές, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι επιχειρήσεις στον χώρο της ενέργειας θα ήταν συνετό να παραμείνουν επιφυλακτικοί. Αυτό που υφίσταται σήμερα δεν είναι μια διαρκής ειρήνη, αλλά μια ειρήνη σκοπιμότητας. Το μνημόνιο αγόρασε πολύτιμο χρόνο και περιόρισε τους άμεσους κινδύνους, χωρίς όμως να επιλύσει τις βαθιές στρατηγικές διαφωνίες που εξακολουθούν να χωρίζουν την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, ούτε και τις ευρύτερες περιφερειακές αντιπαλότητες που συνεχίζουν να τροφοδοτούν την αστάθεια.
Οι επόμενες εξήντα ημέρες θα είναι, συνεπώς, καθοριστικές. Εάν οι διαπραγματεύσεις στεφθούν με επιτυχία, θα μπορούσε να προκύψει ένα πιο μόνιμο πλαίσιο συνεννόησης, προσφέροντας μεγαλύτερη βεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές και στην παγκόσμια οικονομία. Εάν αποτύχουν, ο κόσμος ενδέχεται να βρεθεί πολύ γρήγορα αντιμέτωπος με έναν νέο κύκλο γεωπολιτικής αστάθειας και αναταραχής στις ενεργειακές αγορές.
Προς το παρόν, οι τιμές έχουν υποχωρήσει και οι αγορές έχουν ηρεμήσει. Κάτω όμως από την επιφάνεια, τα θεμέλια αυτής της φαινομενικής σταθερότητας παραμένουν εύθραυστα. Οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαφανιστεί, απλώς έχουν μετατεθεί χρονικά.
*Πρόεδρος του ΙΕΝΕ και διευθυντής του Energia.gr
*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Εστία της Κυριακής» (21/6/2026)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (26 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026)



