Οσα ανέφερε ο επικεφαλής ενός από τα ισχυρότερα family funds της χώρας κατά την παρουσίαση μελέτης – Ποια πληροφορία έχει επιβεβαιώσει προς την «DEALnews»
Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ

Η αλλαγή κουλτούρας στον ευρύτερο επιχειρηματικό κόσμο στην Ελλάδα και η δημιουργία μεγαλύτερων σχημάτων στην εγχώρια αγορά αποτελούν βασικούς «άξονες» για να ενισχυθεί η παραγωγή και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, σύμφωνα με έναν από τους σημαντικότερους Ελληνες επιχειρηματίες και επενδυτές, τον Βασίλη Κάτσο.
Ο γνωστός φαρμακοβιομήχανος, συνιδρυτής και πρόεδρος του family fund VNK Capital, διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια σειρά από μεγάλα deals σε βάθος μιας και πλέον 10ετίας στην Ελλάδα και εξακολουθεί να βρίσκεται στην «πρώτη γραμμή». Από την πώληση της Pharmathen, σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις (το 2015 και το 2021), μέχρι σήμερα, στη διαφαινόμενη αποεπένδυσή του από τη βιομηχανία τροφίμων Παλίρροια, όπου κατέχει μειοψηφικό ποσοστό (36%), και μια νέα επένδυση την οποία σκοπεύει να κάνει στνο χώρο του φαρμάκου, όπως ο ίδιος έχει επιβεβαιώσει στην «DEALnews», συμμετείχε ως τώρα σε συμφωνίες με αθροιστική αξία που ξεπερνά αρκετά το «φράγμα» του 1 δισ. ευρώ.
Διαβάστε ακόμα: CrediaBank: Στρατηγική συνεργασία με την BNP Paribas Asset Management για το Wealth Management
Στο πλαίσιο της πρόσφατης παρουσίασης μελέτης της ΕΥ για την ελληνική επιχειρηματικότητα, ο κ. Κάτσος έστειλε τα δικά του μηνύματα. Τάχθηκε μάλιστα υπέρ των συγχωνεύσεων μεταξύ επιχειρήσεων και όχι απλώς των εξαγορών της μιας από μια άλλη και εξήγησε τον λόγο, όταν ρωτήθηκε σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις που θα πρότεινε για να ανέβει ο πήχης της οικονομίας πιο ψηλά.
«ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΕΘΝΙΚΟ BUSINESS PLAN»
Αρχικά, ο Ελληνας επιχειρηματίας και επενδυτής ανέφερε: «Εχουμε μια τάση να είμαστε λίγο γκρινιάρηδες ως επιχειρηματίες σε κάποια πράγματα. Αν αναλογιστούμε πού είμαστε σήμερα και πού ήταν η χώρα και το επιχειρηματικό περιβάλλον πριν από 10-20 χρόνια, δόξα τω Θεώ. Είναι πολύ πιο υγιή. Αν γυρίσουμε πίσω, θα δούμε ότι δεν δανειζόσουν τότε από τις τράπεζες, δεν άνοιγαν οι πόρτες τους. Σήμερα έχεις ένα τραπεζικό σύστημα το οποίο λειτουργεί. Επικρατεί μια επενδυτική λογική πάρα πολύ ανοιχτή και πάρα πολύ φιλική, προς τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τη χώρα» και πρόσθεσε: «Αν θα άλλαζα κάτι… η λίστα είναι πολύ μεγάλη, ως προς το τι άλλαζε ανάλογα με τους κλάδους. Πολλά μπορούμε να πούμε. Εγώ όμως ένα θα έλεγα: θα έπρεπε η χώρα να αποκτήσει κάποια στιγμή ένα business plan. Να ξέρουμε τι είμαστε, τι θέλουμε, τι δεν θέλουμε να μας συμβεί. Τι ενισχύουμε και τι δεν ενισχύουμε».
Εξέφρασε τη διαφωνία του με τη «διαχρονική λογική της μαζικής ανάπτυξης, που συνήθως ακολουθείται, άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο: δηλαδή ανάπτυξη σε όλους τους κλάδους ή ανάπτυξη και στα 5.000 μέλη ενός κλάδου, δεν γίνεται» ανέφερε τη φράση «θα πρέπει να επιλέξουμε» και παρέπεμψε στη «βασική ατζέντα των εθνικών πρωταθλητών».
«Αυτό που μας λείπει είναι ότι δεν διαθέτουμε ισχυρές μονάδες, οι οποίες θα δημιουργήσουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα σε διεθνές επίπεδο. Οταν, π.χ., σχεδιάζεις να πουλήσεις μια εταιρεία ή να παραδώσεις στη δεύτερη γενιά, το ζητούμενο είναι τι είναι αυτό που έχεις να πουλήσεις ή να παραδώσεις.
Σίγουρα, χρειαζόμαστε μεγαλύτερες οντότητες. Μιλάμε για M&A (σ.σ.: συγχωνεύσεις και εξαγορές) σήμερα και έχουμε στο μυαλό μας μόνο το Α (εξαγορές). Υπάρχει και ένα Μ (συγχωνεύσεις), το οποίο ξεχνάμε, δεν το αγγίζουμε καθόλου λόγω κουλτούρας ή και θεσμικά, ενώ θα έπρεπε να είναι βασικό κομμάτι της ατζέντας. Οφείλουμε να κάνουμε αυτοκριτική ως επιχειρηματίες…» σχολίασε.
Στο θέμα της αξιοποίησης της σύγχρονης τεχνολογίας, ο Βασίλης Κάτσος έθεσε ως ζητούμενο την αύξηση της παραγωγικότητας μέσω αυτής («η χρήση του ΑΙ θα έπρεπε να είναι το Νο 1 στην παραγωγική διαδικασία») και όχι το αν μια επιχείρηση θα προσλάβει ή θα απολύσει κόσμο, επικεντρώνοντας στο upskilling των εργαζομένων.
«Η μάχη του ταλέντου θα είναι η μητέρα των μαχών τα επόμενα χρόνια. Αυτή τη στιγμή έχουμε αρνητική ανεργία, σε κάποιους κλάδους δεν υπάρχει κόσμος. Αυτό απαιτεί μια στρατηγική επίλυσης» συνέχισε και μίλησε για την επένδυση στην εκπαίδευση στελεχών, πάλι μέσω ισχυρότερων επιχειρηματικών μονάδων: «Εκεί πρέπει να δουλέψουμε πάρα πολύ στη χώρα μας. Το ελληνικό IQ είναι από τα καλύτερα, μπορεί να κάνει θαύματα αν το διοχετεύσεις μέσα από το κατάλληλο κανάλι. Το έχουμε αποδείξει πολλές φορές και σαν μυαλά και σαν επιχειρηματικές μονάδες. Απλώς οφείλουμε να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες».
ΤΟ ΣΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ
Στο ενεργητικό της οικογένειας Κάτσου καταγράφηκε το διπλό «χρυσό» deal πώλησης της φαρμακοβιομηχανίας Pharmathen, που παρείχε ιδιαίτερα ισχυρή ρευστότητα στο fund της VNK Capital. Αρχικά, το 2015 ο Βασίλης και η αδελφή του Νέλλη Κάτσου πούλησαν το 80% της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας στο private equity BC Partners (Νίκος Σταθόπουλος), με τίμημα που λέγεται ότι έφτασε στα 475 εκατ. ευρώ και έξι χρόνια αργότερα υπήρξε νέα συναλλαγή.
Το 2021 πουλήθηκε το υπόλοιπο 20% μαζί με το 80% της BC Partners (άρα το 100%) στη διεθνή επενδυτική εταιρεία Partners Group, αντί 1,6 δισ. ευρώ. Κατά συνέπεια, το «διπλό deal» απέφερε στους πρώτους ιδιοκτήτες της Pharmathen περί τα 800 εκατ. ευρώ.
Στο διάστημα που μεσολάβησε το VNK Capital επένδυσε από κοινού με τον Ομιλο Olympia (ιδρυτής Πάνος Γερμανός), εξαγοράζοντας το 2017 ποσοστό 12,83% στη μετοχική σύνθεση της Lamda Development, με «φόντο» το μεγάλο έργο του Ελληνικού, και αποεπένδυσε σταδιακά μερικά χρόνια αργότερα.
Κάτι ανάλογο έπραξε η οικογένεια Κάτσου και με άλλες επενδύσεις από τις οποίες έκανε exits, όπως συνέβη με τη φαρμακευτική Innovis (με τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων), τις κλινικές της Μυκόνου, τα logistics (FDL Group), το γιότινγκ και τώρα με την Παλίρροια στα τρόφιμα.
Οι πληροφορίες θέλουν τον Βασίλη Κάτσο να έχει έρθει σε συμφωνία για την επαναπώληση του 36% της Νο 1 βιομηχανίας τυποποιημένου ντολμά στον βασικό της μέτοχο Κωνσταντίνο Σουλιώτη αντί 90 εκατ. ευρώ.
Από το φάρμακο, στο real estate και τα… drones
Η νέα επένδυση στον χώρο του φαρμάκου, η οποία συμπεριλαμβάνεται στα νέα πλάνα του Βασίλη Κάτσου, δεν είναι η μόνη που θα βρεθεί στο χαρτοφυλάκιο του VNK Capital.
Το family fund έχει επενδύσει στο real estate (στις κατοικίες Chrysalis – Vouliagmeni Residences), πλην των προσωπικών επενδύσεων του ιδίου του κ. Κάτσου, όπως συνέβη με την πρώην βίλα Κοντομηνά στην Υδρα, στον κλάδο των τροφίμων και του καφέ, στα drones και στην ανερχόμενη εταιρεία ALTUS LSA, που διεκδικεί τη συμμετοχή της σε σημαντικά έργα για την αμυντική βιομηχανία, στην καινοτομία (socital, Kinems, flashchat), στα OTC Healthcare Products (Christou), ενώ διατηρεί -μεταξύ άλλων- μικρή μετοχική παρουσία και στην εισηγμένη εταιρεία συμμετοχών Ideal Holdings, με δραστηριότητες στο premium λιανικό εμπόριο ένδυσης και υπόδησης, στη βιομηχανία τροφίμων και στην πληροφορική/κυβερνοασφάλεια (Αττικά Πολυκαταστήματα, Μπάρμπα Στάθης, Ομιλος Byte).
Στη νέα επένδυση στο φάρμακο που λέγεται ότι… πλησιάζει, η οικογένεια Κάτσου αναμένεται να έχει ως συνοδοιπόρο της τον Περικλή Βασιλόπουλο, με τον οποίο η συνεργασία τους υπήρξε αγαστή και στην Innovis. Ο ίδιος ο κ. Κάτσος δεν έχει κρύψει στο περιβάλλον του ότι η φαρμακοβιομηχανία είναι ένας χώρος τον οποίο γνωρίζει και αγαπά, γι’ αυτό και λειτουργεί σε αυτόν ως serial entrepreneur. Τα ερωτήματα είναι εάν το νέο εγχείρημα θα αφορά και την παραγωγή φαρμάκου, καθώς η Innovis είχε εμπορική δραστηριότητα, και εάν το νέο deal θα προλάβει να κλείσει μέσα στο τρέχον έτος. Αλλες πληροφορίες ήθελαν τους δύο επιχειρηματίες να έχουν πλησιάσει προ μηνών σε μια μεγάλη εξαγορά φαρμακευτικού asset στο εξωτερικό, αλλά η υπόθεση δεν ολοκληρώθηκε…
«Καυτές» εξελίξεις για τις holdings: Νέα εξαγορά η Ideal, αγωνία Quest για ACS
«Καυτό φθινόπωρο» περιμένει τις δύο μεγάλες εισηγμένες εταιρείες συμμετοχών, Ideal Holdings και Quest Holdings. Από τον Σεπτέμβριο ή το αργότερο Οκτώβριο αρχίζει ουσιαστικά περίοδος… ανακοινώσεων και για τις δύο, με δεδομένο ότι ακόμα και αν γίνονται επαφές επί συγκεκριμένων θεμάτων αυτή την εποχή, δεν πρόκειται να τις ανακοινώσουν. Ομως, βέβαιο θεωρείται ότι και οι δύο έχουν από ένα τουλάχιστον μεγάλο θέμα «ανοικτό»: η μεν Ideal μετρά αντίστροφα για την επόμενη εξαγορά που θα κάνει, η δε Quest το ίδιο, σε μια υπόθεση που διατηρείται «ζωντανή» επί περίπου μια διετία και οδεύει προς το τέλος της, αυτή της πιθανής πώλησης του υπόλοιπου 80% της ACS. Τι συμβαίνει στα δύο «στρατόπεδα»;
ΛΕΦΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ…
Από τον Ιανουάριο του 2025, 18 μήνες πριν, όταν η Ideal Holdings εξαγόρασε την Μπάρμπα Στάθης από το CVC με τίμημα 130 εκατ. ευρώ συν μέρος των δανείων, η αγορά αναζητά το… επόμενό της deal. Κι όχι τυχαία. Οι πρώτες πληροφορίες ήθελαν τη διοίκηση να προχωρά άμεσα σε νέα εξαγορά, εταιρείας από τον κλάδο της κατεψυγμένης ζύμης, για να ενισχύσει το βασικό της απόκτημα στα τρόφιμα.
Οι τότε φημολογούμενες συζητήσεις δεν οδήγησαν σε συμφωνία προς τα μέσα της περασμένης χρονιάς, αλλά οι αναζητήσεις δεν σταμάτησαν.
Αντί μιας νέας εξαγοράς, όμως, o πρόεδρος της εισηγμένης Λάμπρος Παπακωνσταντίνου αιφνιδίασε για άλλη μια φορά, με την είδηση ότι η εκ των θυγατρικών της Ideal, η αλυσίδα premium retail Αττικά Πολυκαταστήματα, θα έμπαινε (όπως κι έγινε) στο ελληνικό χρηματιστήριο.
«Μέχρι τον Σεπτέμβριο δεν κοιτάμε κάτι άλλο, το έχουμε εξηγήσει αυτό…» ανέφερε ο κ. Παπακωνσταντίνου πρόσφατα σε σχετική ερώτηση, αλλά το «γεμάτο ταμείο» και το γεγονός ότι εξακολουθεί να υφίσταται μια σοβαρή επενδυτική εκκρεμότητα για την Ideal αφήνουν τα πάντα ανοιχτά για το προσεχές φθινόπωρο.
Γιατί απέκλεισε ένα νέο deal… καλοκαιριάτικα. Αλλά και το μισό καλοκαίρι έχει ήδη «φύγει». Από την άλλη πλευρά, ο έμπειρος επιχειρηματίας δεν περιμένει ποτέ την «τελευταία στιγμή» για να «σκανάρει» στόχους ή και να αρχίσει συζητήσεις.
Ταυτόχρονα, πηγές της αγοράς δεν εξαιρούν την πιθανότητα μιας εξαγοράς στην πληροφορική και την κυβερνοασφάλεια, για ενίσχυση του ομίλου των Byte – Adacom.
ΟΛΑ ΣΤΟΝ «ΑΕΡΑ»
Για τον Ομιλο Quest (με μητρική την εισηγμένη holdings) όλα τα «φώτα» στρέφονται στην ACS. Με οριστικό deadline στις 30/10/2026 η γερμανική GLS είναι υποχρεωμένη να απαντήσει εάν θα ασκήσει το δικαίωμά της για την εξαγορά του υπόλοιπου 80% της ελληνικής εταιρείας ταχυμεταφορών με προσυμφωνημένο οικονομικό αντάλλαγμα ύψους 296 εκατ. ευρώ. Οκτώβριο του 2024 η Quest πούλησε το 20% της ACS στην GLS αντί 74 εκατ. ευρώ και τα δύο χρόνια… κύλησαν σαν νερό. Εάν οι υποψήφιοι αγοραστές κάνουν πίσω, η Quest του Θεόδωρου Φέσσα θα κινηθεί για την επαναγορά του αρχικά πωληθέντος 20% με συγκεκριμένους όρους και όταν ο ίδιος ρωτήθηκε, απάντησε ότι ακόμη (παρότι πέρασε τόσος καιρός) δεν έχει κάποια ενημέρωση για τις προθέσεις των Γερμανών, οι οποίοι, σημειωτέον, πέρσι άφησαν την πρώτη προθεσμία να παρέλθει άπρακτη. Αυτονόητα, από το εάν θα ολοκληρωθεί η mega συμφωνία συνολικής αξίας 370 εκατ. ευρώ, θα κριθεί και η περαιτέρω επενδυτική στρατηγική της Quest. Γιατί με τόσα λεφτά στα ταμεία της και τους μετόχους της θα «χρυσώσει» και θα μπορεί να εξαγοράσει όποιο νέο asset θελήσει.
Ο πρόεδρος της Quest αποκάλυψε ότι οι Γερμανοί θεωρούν την ACS ως «υπερεπενδυμένη», άρα εδώ εντοπίζεται ένα ιδιαίτερα καθοριστικό σημείο για το… μέλλον της συμφωνίας του 2024. Αν, λοιπόν, οι άνθρωποι της GLS θεωρούν ότι η ACS είναι «φορτωμένη» με τις επενδύσεις που χρειάζονται σε επίπεδο υποδομών και δικτύων για να αυξήσει μελλοντικά τα μεγέθη της και την αποδοτικότητά της, σημαίνει ότι (θεωρητικά) μπορεί να δώσουν και τα άλλα 296 εκατ. ευρώ. Αλλά τίποτα δεδομένο ακόμη…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)


