Το ESG (Environmental, Social and Governance) εδώ και καιρό δεν αποτελεί πλέον μια γενικού περιεχομένου εταιρική δήλωση καλών προθέσεων. Τα κριτήρια που αφορούν το περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση αποτελούν επί της ουσίας έναν μετρήσιμο όρο λειτουργίας για τις επιχειρήσεις που επηρεάζει τη σχέση τους με τις τράπεζες, τους επενδυτές, τους πελάτες, τους προμηθευτές και τις αγορές. Και μέσα στο πλαίσιο αυτό η πράσινη ενέργεια αποκτά κεντρικό ρόλο.
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι πια αν μια εταιρεία δηλώνει ότι στηρίζει τη βιωσιμότητα, αλλά αν μπορεί να το αποδείξει με στοιχεία, με μετρήσεις, με καταγραφή κατανάλωσης ενέργειας, με μείωση εκπομπών, με επενδύσεις σε ΑΠΕ και με καλύτερη διαχείριση κόστους. Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση επί του θέματος αυτού είναι σαφής και ξεκάθαρη: Οι εταιρείες που υπάγονται στην CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive, δηλαδή την ευρωπαϊκή οδηγία για την εταιρική αναφορά βιωσιμότητας) πρέπει να υποβάλλουν αναφορές βάσει των ESRS (European Sustainability Reporting Standards, δηλαδή των ευρωπαϊκών προτύπων αναφοράς βιωσιμότητας). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις που υπάγονται στο πλαίσιο αυτό πρέπει να δημοσιοποιούν στοιχεία για τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που συνδέονται με κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, αλλά και για τις επιπτώσεις της δραστηριότητάς τους σε ανθρώπους και περιβάλλον.
Διαβάστε ακόμα: Alpha Bank: Νέα εποχή στις online αγορές με το Visa Click to Pay
Στο ίδιο πλαίσιο μπαίνει και η EU Taxonomy, δηλαδή η ευρωπαϊκή ταξινομία βιώσιμων δραστηριοτήτων (το σύστημα της Ε.Ε. το οποίο δίνει κοινό ορισμό για το ποιες οικονομικές δραστηριότητες μπορούν να θεωρηθούν περιβαλλοντικά βιώσιμες). Με απλά λόγια, η EU Taxonomy επιχειρεί να βάλει κανόνες στο τι είναι πραγματικά «πράσινο» και τι όχι.
Μάλιστα, στις 3 Ιουλίου του 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε αναθεωρημένα πρότυπα αναφοράς βιωσιμότητας, με στόχο τη μείωση του διοικητικού βάρους για τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την Κομισιόν, τα αναθεωρημένα ESRS μειώνουν τα υποχρεωτικά datapoints πάνω από 60% και το σύνολο των datapoints πάνω από 70%, ενώ η μείωση του κόστους αναφοράς εκτιμάται σε πάνω από 30% ανά εταιρεία.
Εδώ έρχεται ένα από τα πιο χειροπιαστά πεδία του ESG, δηλαδή η… πράσινη ενέργεια. Μια επιχείρηση μπορεί να μετρήσει πόση ενέργεια καταναλώνει, από πού την προμηθεύεται, πόσο μειώνει τις εκπομπές της, τι εξοικονομεί και πόσο περιορίζει την έκθεσή της στις διακυμάνσεις των τιμών.
Τα Scope 1, 2 και 3, δηλαδή οι βασικές κατηγορίες καταγραφής εκπομπών στο διεθνές πλαίσιο του GHG Protocol, δείχνουν ακριβώς αυτή τη λογική. Αναλυτικότερα, το Scope 1 αφορά τις άμεσες εκπομπές της επιχείρησης. Το Scope 2 αφορά τις έμμεσες εκπομπές από την ενέργεια που αγοράζει. Το Scope 3 αφορά τις υπόλοιπες έμμεσες εκπομπές στην αλυσίδα αξίας, από προμηθευτές, μεταφορές, χρήση προϊόντων και άλλες δραστηριότητες που δεν ελέγχονται άμεσα από την ίδια την εταιρεία. Το GHG Protocol αποτελεί το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο πλαίσιο εταιρικής λογιστικής εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Αρα η πράσινη ενέργεια δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική επιλογή. Είναι ένα εργαλείο τεκμηρίωσης. Αν δηλαδή μια επιχείρηση χρησιμοποιεί ΑΠΕ, αυτοπαραγωγή, μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ή συστήματα εξοικονόμησης, μπορεί να μειώσει το ενεργειακό της αποτύπωμα και να αποδείξει καλύτερα την επίδοσή της.
Στην Ελλάδα η ανάπτυξη των ΑΠΕ δίνει ήδη σημαντικά στοιχεία. Ο ΑΔΜΗΕ αναφέρει ότι το 2025 οι ΑΠΕ που συνδέονται στο ηλεκτρικό σύστημα κατέγραψαν νέο ρεκόρ ετήσιας παραγωγής, με σχεδόν 26,2 TWh, και συνέβαλαν στη διαμόρφωση χαμηλότερων μέσων τιμών στην αγορά επόμενης ημέρας, ακόμη και σε μήνες αυξημένης ζήτησης.
Στο σημείο αυτό, το ESG «συναντιέται» με την πραγματική οικονομία. Η πράσινη ενέργεια δεν μετρά μόνο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα αλλά και το κόστος. Για μια βιομηχανία, μια μονάδα μεταποίησης, μια αλυσίδα logistics, ένα ξενοδοχείο ή μια εμπορική επιχείρηση, η ενέργεια είναι κρίσιμος συντελεστής ανταγωνιστικότητας.
Το πρόβλημα είναι ότι η πράσινη μετάβαση δεν προχωρά μόνο με εγκατεστημένα φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες. Χρειάζεται δίκτυα, αποθήκευση, προβλεψιμότητα, δυνατότητα σύνδεσης και τεχνική ωριμότητα από τις επιχειρήσεις. Αλλιώς το ESG κινδυνεύει να μείνει σαν ένα χαρτί συμμόρφωσης, όχι ως ένα εργαλείο παραγωγικής αναβάθμισης.
Οι μικρομεσαίοι και το νέο φίλτρο
Το ESG δεν είναι μόνο μια υπόθεση των μεγάλων ομίλων. Σταδιακά αφορά όλο και περισσότερο και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ).
Συγκεκριμένα, μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση μπορεί να μη βρίσκεται σήμερα στον στενό κύκλο των εταιρειών που υποβάλλουν πλήρεις αναφορές βιωσιμότητας. Μπορεί, όμως, να συνεργάζεται με έναν μεγάλο πελάτη που υποχρεώνεται να καταγράφει στοιχεία για την αλυσίδα αξίας του. Μπορεί επίσης να ζητά δάνειο από τράπεζα, να διεκδικεί συμβόλαιο με πολυεθνική ή να εξάγει σε αγορά όπου τα περιβαλλοντικά δεδομένα δεν είναι πλέον προαιρετικά.
Τα δεδομένα αυτά μπορούν να προκαλέσουν, λοιπόν, πιέσεις και στις ΜμΕ. Η μεγάλη εταιρεία θα ζητήσει στοιχεία από τους προμηθευτές της, η τράπεζα θα επιζητήσει καλύτερη εικόνα για το ενεργειακό κόστος, τις επενδύσεις εξοικονόμησης, τους κινδύνους και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και την ίδια στιγμή ο «ξένος» πελάτης δεν αποκλείεται να θέλει μια πλήρη τεκμηρίωση και όχι γενικές διαβεβαιώσεις.
Σημειώνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη έχει παρουσιάσει ένα εθελοντικό πρότυπο αναφοράς για μικρότερες επιχειρήσεις, ώστε να μπορούν να απαντούν πιο εύκολα σε αιτήματα βιωσιμότητας από μεγάλες εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Η λογική είναι να μειωθεί το βάρος, αλλά και να δοθεί στις ΜμΕ ένα πιο απλό εργαλείο για πρόσβαση σε βιώσιμη χρηματοδότηση και για παρακολούθηση της δικής τους επίδοσης. Αλλωστε, πολλές ΜμΕ δεν έχουν εξειδικευμένο προσωπικό, ούτε συστήματα μέτρησης, ούτε οργανωμένη καταγραφή κατανάλωσης, εκπομπών, προμηθευτών και ενεργειακού κόστους.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)


