«Φρένο» έχει μπει στην αισιοδοξία των Ελλήνων επιχειρηματιών για την πορεία της αγοράς μέσα στο 2026, όπως προκύπτει, μεταξύ πολλών άλλων ευρημάτων, από τη νέα πολυσέλιδη έρευνα της ΕΥ Ελλάδας.
Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ
Στην έκθεση (με τίτλο «Πέρα από την ανθεκτικότητα: Χτίζοντας πραγματικό πλεονέκτημα – EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα – Ιούλιος 2026») τα νέα «καμπανάκια» χτυπούν από τα πέντε σημαντικότερα εμπόδια για την επιχειρηματικότητα στη χώρα, τα οποία υποδεικνύουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις, μέσα από τις απαντήσεις που δίνουν στα αντίστοιχα ερωτήματα.
Σύμφωνα λοιπόν με τους επιχειρηματίες, ως βασικότερο εμπόδιο στο επιχειρείν παραμένουν, παρά τις προσπάθειες ψηφιοποίησης του δημόσιου τομέα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται μέσα στην έρευνα, η γραφειοκρατία και η πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος (78%).
Διαβάστε ακόμα: European Metals: Νέα πρόεδρος η Ίνγκε Χόφκενς μετά τον Ευ. Μυτιληναίο
Δεν θεωρείται τυχαίο άλλωστε, και αυτό αποτελεί δικό μας σχόλιο, ότι πολλοί διαμαρτύρονται για τη δημιουργία, τα τελευταία χρόνια, μιας μεγάλης «ψηφιακής γραφειοκρατίας», συσσωρευμένης μέσα σε… πληροφοριακά συστήματα, μη εξαιρουμένων και των επαγγελματιών λογιστών.
Οσο για τα άλλα προβλήματα: Σχεδόν ένας στους δύο προβληματίζεται για την έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (47%) και ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (62%), ενώ σχεδόν ένας στους τρεις για τις ανεπαρκείς υποδομές (31%) και την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και επενδυτικά κεφάλαια (30%).
Παράλληλα, οι Ελληνες επιχειρηματίες παραμένουν μεν πιο αισιόδοξοι ως προς το γενικότερο επιχειρηματικό κλίμα, σε σύγκριση με τον μέσο όρο των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα, σύμφωνα πάντα με όσα αναφέρονται σε αυτήν, όμως οι εξελίξεις του τελευταίου χρόνου τούς έχουν καταστήσει πιο συγκρατημένους σε σχέση με πέρσι.
Συγκεκριμένα: Σε σύγκριση με το 2025 παρατηρείται μείωση του ποσοστού όσων αξιολογούν θετικά τις υφιστάμενες συνθήκες για τις επιχειρήσεις (35%, από 41%), με ενίσχυση κυρίως των ουδέτερων αξιολογήσεων, γεγονός που υποδηλώνει μία στάση αναμονής.
ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ
Το αντιφατικό κλίμα που επικρατεί στην ελληνική επιχειρηματικότητα επιβεβαιώνεται και από άλλα ευρήματα, μέσα από τα οποία επισημαίνεται ότι ένας στους τρεις Ελληνες επιχειρηματίες (35%) πιστεύει ότι το κανονιστικό πλαίσιο απαιτεί σημαντικούς πόρους και αρκετοί (29%) ότι είναι περιοριστικό και εμποδίζει την καινοτομία και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, με τον μέσο όρο των λοιπών χωρών της έρευνας να παρουσιάζει μικρότερα ποσοστά δυσαρέσκειας (27% και 28%, αντίστοιχα).
Οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων 24 μηνών δεν φαίνεται να επηρέασαν ιδιαίτερα την επιχειρηματική πορεία των ερωτηθέντων. Συγκεκριμένα, για τους περισσότερους τομείς μεταρρυθμίσεων η πλειοψηφία απαντά ότι δεν εντοπίζει κάποια επιρροή, θετική ή αρνητική, κάτι που ενδεχομένως να υποδηλώνει είτε ότι οι τωρινές μεταρρυθμίσεις δεν ταυτίζονται με τις ανάγκες των επιχειρήσεων είτε ότι η αποδοτικότητά τους δεν έχει γίνει ακόμη εμφανής.
ΑΙ, ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ
Οι επενδύσεις και η αξιοποίηση της τεχνολογίας και του ΑΙ, το θέμα των προσλήψεων και των δεξιοτήτων, τα υψηλά κόστη μισθοδοσίας και η ψηφιακή ωριμότητα των επιχειρήσεων είναι άλλα θέματα τα οποία «έπεσαν στο τραπέζι».
Αλλα ευρήματα με ενδιαφέρον από την μεγάλη έρευνα της ΕΥ θεωρούνται και τα εξής:
– Το 83% των επιχειρηματιών που συμμετείχαν σε αυτήν αναφέρει αύξηση χρήσης του AI, με το ποσοστό όσων έχουν επενδύσει άνω των 100.000 ευρώ την τελευταία τριετία να έχει διπλασιαστεί.
– Το 53% σχεδιάζει περισσότερες προσλήψεις πλήρους απασχόλησης, ωστόσο το 69% αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ανεύρεση ταλέντου με τις απαραίτητες δεξιότητες.
– Προβληματίζει έντονα το εργατικό κόστος.
– Το 69% δηλώνει ότι η ψηφιακή ωριμότητα της επιχείρησής του έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών.

ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ, ΤΙ;
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η προσέγγιση που κάνει η ΕΥ στο μείζον ζήτημα της παύσης των χρηματοδοτήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης για την Ελλάδα από φέτος, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την οικονομία και την επιχειρηματικότητα της χώρας.
Στα συμπεράσματα και τις προτάσεις της η ΕΥ επισημαίνει ότι:
Οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να επαναξιολογήσουν τη σχέση μεταξύ διαχείρισης ρίσκου και αναπτυξιακής φιλοδοξίας, αναζητώντας μεγαλύτερη ευελιξία στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμα πιο έντονη καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε βασικό χρηματοδοτικό πυλώνα για την ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία, σταδιακά ολοκληρώνεται. Η νέα πραγματικότητα προκαλεί αυξημένη πίεση στις επιχειρήσεις να εντοπίσουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης και να διαμορφώσουν πιο μακροπρόθεσμες στρατηγικές κεφαλαιακής ενίσχυσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η ισχυρή εξάρτηση από την αυτοχρηματοδότηση και την επανεπένδυση κερδών και ιδίων κεφαλαίων (66%) ενδέχεται να λειτουργήσει ανασταλτικά ως προς την ταχύτητα ανάπτυξης, καθιστώντας τις επιχειρήσεις περισσότερο ευάλωτες απέναντι στον ανταγωνισμό και στις ταχείες μεταβολές της αγοράς.
Δίνει, δε, σημασία σε στρατηγικές κινήσεις όπως συνεργασίες, συμπράξεις και συγχωνεύσεις που αποκτούν αυξημένη σημασία, ιδιαίτερα για μικρότερες επιχειρήσεις που επιδιώκουν να ενισχύσουν την πρόσβασή τους σε χρηματοδότηση και να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακας.
Και καταλήγει ότι, παρότι το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται, τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η καινοτομία, η βιωσιμότητα και ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Για τον λόγο αυτό οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επενδύσουν περισσότερο στη δημιουργία οργανωμένων μηχανισμών αναζήτησης και αξιοποίησης χρηματοδοτικών ευκαιριών, είτε μέσω εξειδικευμένων εσωτερικών ομάδων είτε μέσω συνεργασίας με εξωτερικούς συμβούλους. Η συγκέντρωση αυτής της λειτουργίας σε μια πιο κεντρική και συντονισμένη δομή μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα εντοπισμού, διεκδίκησης και απορρόφησης διαθέσιμων κονδυλίων.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 3/7/2026)



