Μια απάντηση μόνο με αυξήσεις επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την πραγματική οικονομία, ωθώντας προς τον στασιμοπληθωρισμό, χωρίς να λύνει την πηγή του προβλήματος
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Δύο σενάρια για τον πληθωρισμό και την οικονομία εξετάζουν στο οικονομικό επιτελείο, με το πρώτο και επικρατέστερο να θεωρείται ήπιο και διαχειρίσιμο και το δεύτερο να απαιτεί ευρωπαϊκή απάντηση, καθώς θέτει υπαρξιακά ερωτήματα για την ίδια την Ευρώπη. Πηγές του οικονομικού επιτελείου τονίζουν πως άλλο πράγμα είναι ένα ισχυρό αλλά σύντομο εξωτερικό σοκ και άλλο ένα επεισόδιο που θα περάσει σε όλη την Eυρωζώνη, θα διαρκέσει και θα αρχίσει να πλήττει την κατανάλωση, τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και το κόστος χρήματος.
Το πρώτο σενάριο θεωρείται δύσκολο, αλλά όχι ανεξέλεγκτο. Ο πληθωρισμός κινείται πέριξ του 4% για περιορισμένο διάστημα, χωρίς να οδηγεί αυτομάτως σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό, καθώς ένα μέρος της ανόδου των τιμών περνά στο ονομαστικό ΑΕΠ και στηρίζει τα δημόσια έσοδα.
Σημαντικό είναι πως η Ελλάδα μπαίνει στην κρίση με διαθέσιμα κοντά στα 40 δισ. ευρώ, ενώ οι καθαρές χρηματοδοτικές ανάγκες είναι περίπου 5,3 δισ. ευρώ και δεν βγαίνει στις αγορές επειδή πιέζεται για να καλύψει άμεσες ανάγκες, αλλά έχοντας μεγαλύτερη άνεση κινήσεων από ό,τι παλαιότερα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η στρατηγική δανεισμού. Αν και το αρχικό πλάνο κινούνταν κοντά στα 8 δισ. ευρώ, τελικά μπορεί να μειωθεί στα 7 δισ. ευρώ, καθώς ο στόχος δεν είναι να καλυφθεί κάποια «τρύπα», αλλά να μείνει η χώρα παρούσα στις αγορές και να συνεχίσει να βελτιώνει την εικόνα του χρέους. Σημειώνεται ότι έχουν ήδη αντληθεί 4,3 δισ. ευρώ, ενώ συνεχίζονται κινήσεις πρόωρης αποπληρωμής δανείων.
Η ίδια στρατηγική δεν αφορά μόνο το ύψος των εκδόσεων, αλλά και το μήνυμα που θέλει να στείλει η Αθήνα προς τους οίκους αξιολόγησης και τους επενδυτές. Πηγές του οικονομικού επιτελείου εκτιμούν ότι η σταθερή παρουσία στις αγορές, ακόμα και όταν η χώρα δεν έχει άμεση ανάγκη ρευστότητας, λειτουργεί ως ένδειξη κανονικότητας και αυτοπεποίθησης. Με αυτή τη λογική η Ελλάδα δεν επιδιώκει απλώς να δανείζεται, αλλά να εμπεδώνει την εικόνα ενός εκδότη που διαχειρίζεται ενεργητικά το χρέος του και δεν περιμένει να πιεστεί για να κινηθεί. Αυτό θεωρείται κρίσιμο για τις επόμενες αναβαθμίσεις, γιατί οι αγορές και οι οίκοι δεν κοιτούν μόνο τα ετήσια δημοσιονομικά μεγέθη, αλλά και το κατά πόσον μια χώρα έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά αξιοπιστίας.
Η Αθήνα επιδιώκει σταθερά η Ελλάδα να πάψει να εμφανίζεται ως η πιο υπερχρεωμένη χώρα της Ευρωζώνης. Αν το χρέος συνεχίσει να βελτιώνεται, η χώρα μπορεί να βρεθεί χαμηλότερα από την Ιταλία σε όρους χρέους προς ΑΕΠ, δίνοντας ένα ισχυρό μήνυμα προς τις αγορές, σε μια περίοδο αβεβαιότητας, ότι η Ελλάδα δεν παραμένει ο «εύκολος στόχος» της Ευρωζώνης.
Αρμόδιες πηγές σημειώνουν ότι το cash buffer account κινείται πλέον γύρω στα 5,4 δισ. ευρώ, από περίπου 15,7 δισ. ευρώ πριν από δυόμισι χρόνια. Η μείωση αυτή δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά επιχείρημα ότι αυτά τα κεφάλαια δεν χρησιμοποιήθηκαν για να καλύψουν ανεξέλεγκτες δαπάνες, αλλά για κινήσεις που μείωσαν το χρέος.
Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα του 2025, από στόχο 3,8% του ΑΕΠ, μπορεί να κινηθεί πιο κοντά στο 5%. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, δημιουργείται carry over περίπου από 1% έως 1,2% του ΑΕΠ, δηλαδή γύρω στα 2,5 δισ. ευρώ για το 2026. Σε αυτό προστίθενται άλλα 2 με 2,5 δισ. ευρώ από συντηρητικές προβλέψεις δαπανών στον φετινό Προϋπολογισμό, διαμορφώνοντας ένα συνολικό περιθώριο άμυνας απέναντι σε ένα πρώτο σοκ περίπου 4 με 4,5 δισ. ευρώ.
Κατά την ίδια ανάγνωση της κατάστασης, αυτό το περιθώριο δεν έχει σημασία μόνο ως λογιστικό απόθεμα, αλλά και ως πολιτικό και χρηματοδοτικό σήμα. Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι όσο η χώρα εμφανίζει τέτοια δημοσιονομικά περιθώρια τόσο μειώνεται ο κίνδυνος να θεωρηθεί ξανά ευάλωτη σε μια νέα εξωτερική αναταραχή. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο κατά την οποία η βασική επιδίωξη δεν είναι απλώς να διατηρηθεί η επενδυτική βαθμίδα, αλλά να υπάρξουν και νέες αναβαθμίσεις που θα συμπιέσουν περαιτέρω το κόστος κινδύνου της χώρας. Με απλά λόγια, η Ελλάδα θέλει να πείσει πως έχει και αντοχές και σχέδιο, ώστε σε μια δύσκολη διεθνή φάση να μη βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της δυσπιστίας.
Το εφιαλτικό σενάριο που απειλεί Ελλάδα και Ευρώπη
Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει στο ακραίο σενάριο. Η ανησυχία αφορά ένα περιβάλλον στο οποίο ο πληθωρισμός στην Ευρώπη κινείται προς το 6%, 7% ή και 8% και επιμένει για μεγαλύτερο διάστημα. Σε μια τέτοια περίπτωση το πρόβλημα παύει να είναι κυρίως ελληνικό και μετατρέπεται σε συνολική απειλή για την Ευρωζώνη, καθώς η πίεση δεν θα αφορά μόνο τις τιμές, αλλά και τις επενδύσεις, την εμπιστοσύνη και τη χρηματοδότηση της οικονομίας, θέτοντας αγωνιώδη ερωτήματα για τη στάση της ΕΚΤ.
Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι ο κίνδυνος δεν είναι ένας πληθωρισμός ζήτησης, αλλά ένα εξωγενές σοκ προσφοράς που συνδέεται με το πετρέλαιο, τις μεταφορές και την εφοδιαστική αλυσίδα. Υπό αυτή την οπτική, μια απάντηση μόνο με αυξήσεις επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την πραγματική οικονομία, ωθώντας προς τον στασιμοπληθωρισμό, χωρίς να λύνει την πηγή του προβλήματος.
Η ανησυχία αυτή ενισχύεται και από τα ίδια τα σήματα της αγοράς. Η καμπύλη των ευρωπαϊκών επιτοκίων διαβάζεται πλέον ως προειδοποίηση ότι το πρόβλημα δεν θα μείνει μόνο στις τιμές, αλλά μπορεί να περάσει γρήγορα στην πραγματική οικονομία. Αν ο πληθωρισμός στην Ευρώπη ξεφύγει και η ΕΚΤ απαντήσει με νέες αυξήσεις επιτοκίων, τότε το σοκ δεν θα περιοριστεί στα καύσιμα και τα ράφια. Θα ακριβύνει το χρήμα, θα παγώσουν οι επενδύσεις, οι επιχειρήσεις θα διστάσουν να δανειστούν και η οικονομία θα μπει σε τροχιά ύφεσης, την ώρα που η ακρίβεια θα παραμένει, διαμορφώνοντας τον πιο επικίνδυνο συνδυασμό για την Ευρωζώνη.
Γι’ αυτό και στην Αθήνα θεωρούν ότι, αν η κρίση περάσει σε αυτή τη φάση, η Ευρώπη θα πρέπει να αποδείξει στην πράξη ότι λειτουργεί ως ενιαίος χώρος άμυνας και όχι ως άθροισμα χωρών που κινείται η καθεμία μόνη της. Οι ίδιες πηγές θεωρούν ότι η ΕΚΤ θα κριθεί στο αν θα αποφύγει να μετατρέψει ένα εξωγενές σοκ προσφοράς σε πιστωτική ασφυξία, ενώ συνολικά η Ευρωζώνη θα κριθεί στο αν θα παρέχει ρευστότητα προτού αρχίσει νέος γύρος αμφισβήτησης του χρέους στις πιο ευάλωτες οικονομίες.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εκεί θα κριθεί και η πραγματική συνοχή της Ευρωζώνης. Αν η Ευρώπη επιλέξει να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο σοκ σαν να πρόκειται για μια συνηθισμένη πληθωριστική έξαρση, ο κίνδυνος είναι να βρεθεί αντιμέτωπη όχι μόνο με ακρίβεια, αλλά και με βαθιά κάμψη της ανάπτυξης, ακριβότερο δανεισμό και νέους δημοσιονομικούς μπελάδες για τους πιο «αδύναμους κρίκους».
Υπογραμμίζεται πως είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την Ελλάδα να προλάβει να μην είναι ξανά ο πιο «αδύναμος κρίκος» των αγορών, γι’ αυτό και έχει βαρύνουσα σημασία οι κινήσεις πρόωρης μείωσης του χρέους να συνεχιστούν.
Το πρόβλημα της μετάδοσης του σοκ σε κατανάλωση, δανεισμό και επενδύσεις
Ο πληθωρισμός που φαίνεται ότι θα παρουσιάσει ακόμα μεγαλύτερη ανοδική πορεία δεν είναι απλώς ακόμα ένας δείκτης. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, παρά την εύθραυστη εκεχειρία, κινδυνεύει να μετατραπεί σε πραγματική κρίση, με μεγάλη χρονική διάρκεια για Ελλάδα και Ευρώπη. Η μεγάλη ζημιά δεν αρχίζει όταν ανεβαίνει το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο, αλλά όταν η ακρίβεια περνά από τα διεθνή ταμπλό στην πραγματική οικονομία και συγκεκριμένα στο ράφι, στον λογαριασμό ρεύματος, στο κόστος μεταφοράς, στην τιμή των υπηρεσιών, στην κατανάλωση και τελικά στην ανάπτυξη.
Το πρώτο «θύμα» του νέου κύματος πληθωρισμού είναι το διαθέσιμο εισόδημα. Οσο οι τιμές ανεβαίνουν ταχύτερα από τους μισθούς, τα νοικοκυριά αρχίζουν να περιορίζουν αγορές, να μεταθέτουν δαπάνες και να αλλάζουν συνολικά τη συμπεριφορά τους. Στην αρχή κόβονται τα μη απολύτως αναγκαία. Στη συνέχεια, αν η πίεση παραμείνει, αρχίζει να αλλάζει και ο πυρήνας της κατανάλωσης. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την Ελλάδα, όπου η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομικής δραστηριότητας.
Το δεύτερο χτύπημα έρχεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), οι οποίες λειτουργούν ήδη με στενά περιθώρια. Η αύξηση του κόστους ενέργειας, των πρώτων υλών, των μεταφορών και της εφοδιαστικής δεν μετακυλίεται πάντοτε εύκολα στις τελικές τιμές. Ετσι, πολλές επιχειρήσεις εγκλωβίζονται ανάμεσα σε δύο πιέσεις: από τη μία στο αυξημένο λειτουργικό κόστος και από την άλλη στην αδυναμία του πελάτη να αντέξει νέες ανατιμήσεις.
Το επόμενο στάδιο είναι ίσως το πιο επικίνδυνο. Αν το πληθωριστικό σοκ αποδειχθεί επίμονο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναγκαστεί να απαντήσει με πιο ακριβό χρήμα, τότε το πρόβλημα δεν θα μείνει στις τιμές, αλλά θα περάσει στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Τα νέα δάνεια θα γίνουν ακριβότερα, οι επιχειρήσεις θα διστάζουν περισσότερο να επεκταθούν, οι τράπεζες θα αυξήσουν την προσοχή τους και η οικονομία θα αρχίσει να χάνει δυναμική την ώρα που η ακρίβεια θα παραμένει. Αυτό είναι ακριβώς το σενάριο που φοβούνται όλο και περισσότεροι αναλυτές, δηλαδή όχι απλά περισσότερο πληθωρισμό, αλλά «πληθωρισμό με κομμένη ανάπτυξη».
Σε μια οικονομία όπως η ελληνική η πίεση γίνεται ακόμα πιο σύνθετη, γιατί το σοκ δεν χτυπά μόνο την εσωτερική αγορά. Πλήττει και κλάδους με πολύ μεγάλο ειδικό βάρος, όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές και η ναυτιλία. Αν ακριβύνουν περισσότερο τα αεροπορικά καύσιμα, αν πιεστούν οι ροές εμπορίου, αν αυξηθεί το κόστος διακίνησης αγαθών και αν το ευρωπαϊκό νοικοκυριό αισθανθεί μεγαλύτερη αβεβαιότητα, τότε η ζημιά παύει να είναι μόνο λογιστική και γίνεται μακροοικονομική.
Η πραγματική διαχωριστική γραμμή, συνεπώς, δεν είναι μόνο το ύψος του πληθωρισμού, αλλά η διάρκειά του. Ενα ισχυρό αλλά σύντομο σοκ μπορεί να απορροφηθεί δύσκολα αλλά ελεγχόμενα. Ενας επίμονος πληθωρισμός, όμως, μετατρέπεται σε παράγοντα αποσταθεροποίησης. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος για την Ελλάδα και την Ευρώπη: να μην αντιμετωπίσουν απλώς ένα νέο κύμα ακρίβειας, αλλά μια νέα περίοδο όπου οι τιμές θα πιέζουν προς τα πάνω και η οικονομία προς τα κάτω.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 10/4/2026)



