Στο τελικό στάδιο της ολοκλήρωσής του έχει περάσει το Κτηματολόγιο, όμως έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δείχνει ότι η επίσπευση ενός έργου που «σέρνεται» εδώ και τρεις δεκαετίες δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα.
Το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο καταγράφει μεν επιτάχυνση τα τελευταία χρόνια, αλλά ταυτόχρονα περιγράφει ένα πεδίο όπου η βιασύνη να τελειώσει το έργο αφήνει πίσω ανοιχτές εκκρεμότητες, αμφισβητήσεις και κινδύνους που μεταφέρονται στην επόμενη ημέρα.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνωρίζει ότι η κτηματογράφηση πλησιάζει στο τέλος της και ότι η τελευταία δεκαετία ήταν σαφώς πιο παραγωγική. Με βάση τα στοιχεία που είχαν αποσταλεί τον Οκτώβριο του 2025, 26,9 εκατ. δικαιώματα, δηλαδή το 68,82% του συνόλου, είχαν ήδη ενταχθεί σε λειτουργούν Κτηματολόγιο, ενώ άλλα 9 εκατ. δικαιώματα, ή 22,96%, είχαν φτάσει στο στάδιο της ανάρτησης χωρίς ακόμη να έχει αρχίσει η λειτουργία. Στις μεταγενέστερες παρατηρήσεις του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης το ποσοστό αυτό εμφανίζεται ακόμη υψηλότερο.
Αυτό, όμως, είναι μόνο η μισή εικόνα. Η άλλη μισή είναι ότι η χώρα χρειάστηκε περίπου 30 χρόνια για να φτάσει ως εδώ, σε ένα έργο που η ίδια η νομοθετική του αφετηρία και η διεθνής εμπειρία τοποθετούσαν αισθητά χαμηλότερα.
Το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε ήταν «αντικειμενικά υπέρμετρα εκτεταμένο», υπερέβη κάθε αρχική εκτίμηση και ήταν ιδιαίτερα αργό και κοστοβόρο στην πρώτη εικοσαετία. Ακόμη και σήμερα, το συνολικό κόστος της κτηματογράφησης όλης της χώρας προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ, με το έργο να έχει πάρει παράταση έως το τέλος του 2026 για τμήμα των ευρωπαϊκά συνδεδεμένων δράσεων.
ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ… ΠΑΤΡΟΣ
Το μεγαλύτερο «αγκάθι» που καταγράφεται στην έκθεση είναι τα ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη. Το Ελεγκτικό Συνέδριο τα αντιμετωπίζει ως βασικό δείκτη της πραγματικής πορείας του έργου και όχι ως δευτερεύουσα τεχνική αστοχία. Σε εθνικό επίπεδο, από περίπου 39,15 εκατ. συνολικά δικαιώματα, τα 3,45 εκατ., δηλαδή το 8,82%, εμφανίζονται ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Στις 22 υπό εξέλιξη συμβάσεις με ολοκληρωμένη ανάρτηση, τα αδήλωτα ακίνητα φτάνουν περίπου τα 1,55 εκατ., δηλαδή το 16,72% των δικαιωμάτων, ενώ σε επτά από αυτές τις συμβάσεις ξεπερνούν το 20%. Αυτό σημαίνει ότι η επιτάχυνση της κτηματογράφησης δεν συνοδεύτηκε παντού από αντίστοιχη ασφάλεια στην καταγραφή.
Η έκθεση πάει ακόμη παραπέρα και αγγίζει μια εξαιρετικά ευαίσθητη ζώνη. Αναφέρει ότι ο στόχος της καταγραφής αυτών των ακινήτων δεν επετεύχθη και το συνδέει τόσο με τη μη ενεργοποίηση ιδιοκτητών όσο και με την παράλειψη δήλωσης σημαντικού αριθμού ακινήτων δημόσιων φορέων. Κυρίως, όμως, επισημαίνει ουσιώδη κίνδυνο υφαρπαγής περιουσίας, καθώς δεν αποκλείεται να επιχειρηθεί καταχώριση αδήλωτων ακινήτων από πρόσωπα που δεν είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι. Σε ένα μέρος των περιπτώσεων, μάλιστα, τα ακίνητα αυτά μπορεί να είναι περιουσία δημόσιων φορέων που δεν έχει καταγραφεί.
Η βιασύνη μπορεί να «φορτώσει» το δικαστικό σύστημα
Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην έκθεση, σε πολλές περιοχές η κτηματογράφηση περατώθηκε πρόωρα χωρίς να έχει ολοκληρωθεί προηγουμένως η εξέταση αιτήσεων διόρθωσης και ενστάσεων από τις αρμόδιες επιτροπές ή από τον ανάδοχο. Με απλά λόγια, το σύστημα άρχισε να τρέχει πριν κλείσουν οι βασικές αμφισβητήσεις που αφορούν την ακρίβεια των πρώτων εγγραφών. Το δικαστήριο προειδοποιεί ότι αυτή η επιλογή μπορεί να επιταχύνει την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, αλλά ταυτόχρονα να προκαλέσει παρατεταμένη αβεβαιότητα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων και να φορτώσει το δικαστικό σύστημα με νέο βάρος.
Η ίδια η έκθεση επισημαίνει ότι η διαδικασία οριστικοποίησης των πρώτων εγγραφών θα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση των επόμενων ετών. Μέχρι να οριστικοποιηθούν, οι εγγραφές υπάρχουν αλλά δεν διαθέτουν ακόμη τεκμήριο ακρίβειας, άρα το Κτηματολόγιο δεν λειτουργεί πλήρως ως κλειστό και οριστικό σύστημα καταγραφής δικαιωμάτων. Και επειδή η οριστικοποίηση αυτή γίνεται κατά κανόνα οκτώ χρόνια μετά την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης, η πίεση δεν τελειώνει με το τυπικό κλείσιμο του έργου, αλλά μεταφέρεται μπροστά, για μία ολόκληρη οκταετία τουλάχιστον.
Σαν να μην έφταναν αυτά, το Ελεγκτικό Συνέδριο καταγράφει μεγάλες εκκρεμότητες σε ορισμένα κτηματολογικά γραφεία και υποκαταστήματα λόγω υποστελέχωσης, υπογραμμίζοντας πως οι δικλίδες ασφαλείας πρέπει να ενισχυθούν καθώς οι δυσλειτουργίες παραμένουν, δείχνοντας πως ο διοικητικός μηχανισμός συνεχίζει να υπολείπεται.
Νομοθετικά κενά «γεννούν» αποζημιώσεις
Η πιο βαθιά, όμως, κριτική της έκθεσης αφορά το ίδιο το κράτος. Το Κτηματολόγιο, που θα έπρεπε να στηριχθεί σε ώριμη θεσμική και τεχνική βάση, αναγκάστηκε να προχωρήσει, ενώ βασικά προαπαιτούμενα παρέμεναν ανοιχτά. Η μη πλήρης καταγραφή της δημόσιας γης, η καθυστέρηση στους δασικούς χάρτες, η ανάγκη να τρέχουν παράλληλα διαδικασίες που έπρεπε να είχαν λυθεί εδώ και δεκαετίες δεν ήταν παράπλευρα προβλήματα. Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο, η υλοποίηση του Κτηματολογίου έγινε το έναυσμα για να επιταχυνθούν διαδικασίες που ήταν στάσιμες, αντί να πατήσει πάνω σε ήδη έτοιμο υπόβαθρο.
Σε αυτό το περιβάλλον έρχεται να προστεθεί και μια κρίσιμη εκκρεμότητα, με την έκθεση να καταγράφει νομοθετική ασάφεια για το θεμελιώδες ερώτημα αν η οριστικοποίηση ανακριβών πρώτων εγγραφών συνεπάγεται πρωτότυπη κτήση κυριότητας από τον ανακριβώς εγγεγραμμένο, ενώ, παράλληλα, το καθεστώς αποζημιωτικής ευθύνης του Ελληνικού Κτηματολογίου για εσφαλμένες εγγραφές χρειάζεται επανεξέταση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)




