Συστηματική αξιολόγηση του κόστους και της αποτελεσματικότητας των φοροαπαλλαγών που ισχύουν στην Ελλάδα ζητούν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ΟΟΣΑ, θέτοντας στο επίκεντρο ένα πεδίο με σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα. Η συζήτηση δεν αφορά την επιβολή νέων φόρων ή την αύξηση φορολογικών συντελεστών, αλλά την επανεξέταση 1.236 φορολογικών δαπανών, οι οποίες υπολογίζεται ότι κοστίζουν στον κρατικό προϋπολογισμό περίπου 22,9 δισ. ευρώ ετησίως.
ΕΛΕΓΧΟΣ
Το υφιστάμενο πλαίσιο περιλαμβάνει απαλλαγές, εκπτώσεις φόρου, μειωμένους συντελεστές, ειδικά καθεστώτα και αναβολές φορολογικών υποχρεώσεων. Πολλές από αυτές τις ρυθμίσεις θεσπίστηκαν για να στηρίξουν νοικοκυριά, επενδύσεις, κοινωνικές ομάδες ή παραγωγικούς κλάδους. Ωστόσο, οι διεθνείς οργανισμοί θεωρούν ότι χρειάζεται να εξεταστεί αν εξακολουθούν να εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν.
Το μήνυμα που εκπέμπεται δεν παραπέμπει σε οριζόντια κατάργηση των φορολογικών ελαφρύνσεων. Αντίθετα, η έμφαση δίνεται στην ανάγκη να αξιολογηθεί ποιες παρεμβάσεις έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα και ποιες επιβαρύνουν τα δημόσια έσοδα, χωρίς αντίστοιχο κοινωνικό ή αναπτυξιακό όφελος.
Διαβάστε ακόμα: Ενοίκια, Airbnb και επιδόματα: Τι αλλάζει με το νέο νομοσχέδιο
ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι ο περιορισμός ορισμένων φορολογικών δαπανών, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των μέτρων κατά της φοροδιαφυγής, μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο. Από την πλευρά της, η Κομισιόν ζητά συνολική επανεξέταση των φορολογικών εξαιρέσεων, ώστε να διαπιστωθεί ποιες παραμένουν αναγκαίες και ποιες μπορούν να αναθεωρηθούν.
Αντίστοιχες επισημάνσεις έχουν διατυπωθεί και από άλλους θεσμούς, με κοινό σημείο αναφοράς τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τη μείωση της πολυπλοκότητας και την ενίσχυση της διαφάνειας στο φορολογικό σύστημα.
ΚΟΣΤΟΣ
Το μέγεθος του ζητήματος αποτυπώνεται στην εξέλιξη του κόστους. Το 2014 οι φορολογικές δαπάνες ανέρχονταν περίπου στα 3 δισ. ευρώ, ενώ το 2017 είχαν φτάσει τα 7,7 δισ. ευρώ. Μετά την πανδημία, η ανοδική πορεία συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα το συνολικό κόστος να διαμορφώνεται σήμερα στα 22,88 δισ. ευρώ.
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση φοροαπαλλαγών εντοπίζεται στη φορολογία εισοδήματος. Στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων καταγράφονται 252 περιπτώσεις, ενώ στη φορολογία επιχειρήσεων και νομικών προσώπων υπάρχουν 265. Πρόκειται για ρυθμίσεις που περιλαμβάνουν απαλλαγές εισοδημάτων, μειώσεις φόρου, εκπτώσεις δαπανών, αναπτυξιακά κίνητρα και ειδικές προβλέψεις.
ΚΑΥΣΙΜΑ
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις απαλλαγές που συνδέονται με τον ΦΠΑ και τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης. Οι απαλλαγές στους ΕΦΚ υπολογίζεται ότι κοστίζουν περίπου 1,02 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ αντίστοιχο ποσό συνδέεται με ειδικές ρυθμίσεις ΦΠΑ, κυρίως μέσω μειωμένων συντελεστών σε νησιωτικές περιοχές.
Η Κομισιόν επαναφέρει και το ζήτημα της φορολόγησης του πετρελαίου κίνησης, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο ντίζελ παραμένει χαμηλότερος από εκείνον της βενζίνης. Παράλληλα, καταγράφονται προειδοποιήσεις για τα ληξιπρόθεσμα χρέη νοσοκομείων, τα οποία εξακολουθούν να ασκούν πίεση στα δημόσια οικονομικά.
Η επόμενη φάση της συζήτησης θα αφορά την επιλογή των παρεμβάσεων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιες φορολογικές εξαιρέσεις θεωρούνται απαραίτητες για την οικονομία και την κοινωνία και ποιες μπορούν να περιοριστούν ή να ανασχεδιαστούν.




