Οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο δεύτερο μισό του 2026 με ενισχυμένα θεμελιώδη μεγέθη και με την προοπτική νέας στήριξης των εσόδων τους από τη μεταβολή της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη. Οι αυξήσεις επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η πρώτη τον Ιούνιο και η επόμενη που αναμένεται τον Σεπτέμβριο, δημιουργούν νέα δεδομένα για τα καθαρά έσοδα από τόκους.
ΕΠΙΤΟΚΙΑ
Η αύξηση των επιτοκίων επηρεάζει άμεσα τα τραπεζικά περιθώρια, κυρίως μέσω των δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου και της επανατιμολόγησης των νέων χρηματοδοτήσεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, μια άνοδος κατά 25 μονάδες βάσης μπορεί να ενισχύσει τα καθαρά έσοδα από τόκους κάθε μεγάλης ελληνικής τράπεζας κατά περίπου 50 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Διαβάστε ακόμα: Optima Bank: Ζήτηση άνω των 2,2 δισ. ευρώ για το ομόλογο
Αν πραγματοποιηθούν δύο αυξήσεις των 25 μονάδων βάσης εντός του έτους, το συνολικό όφελος μπορεί να προσεγγίσει τα 100 εκατ. ευρώ ανά τράπεζα. Η επίδραση αυτή αναμένεται να αποτυπωθεί περισσότερο στα αποτελέσματα του 2027, καθώς απαιτείται χρόνος για να περάσουν οι αλλαγές στα χαρτοφυλάκια δανείων και καταθέσεων.
ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ
Η ενίσχυση των επιτοκιακών εσόδων δεν αλλάζει τη βασική στρατηγική των τραπεζών, οι οποίες επιδιώκουν μεγαλύτερη συμμετοχή των προμηθειών και των λοιπών μη επιτοκιακών δραστηριοτήτων στα συνολικά έσοδα. Η επιλογή αυτή περιορίζει την εξάρτηση από την πορεία των επιτοκίων και δημιουργεί πιο σταθερές πηγές κερδοφορίας.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2026, τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες αυξήθηκαν κατά 8% στην Εθνική Τράπεζα, 27% στην Alpha Bank, 18% στη Eurobank και 31% στην Τράπεζα Πειραιώς. Η άνοδος συνδέεται με υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας, ασφαλιστικά προϊόντα, πληρωμές, κάρτες και επενδυτικές υπηρεσίες.
Η στροφή αυτή έχει σημασία και για την πιστωτική επέκταση. Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να βελτιώσουν τα έσοδα από το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, αλλά ενδέχεται να περιορίσουν τη ζήτηση για νέα επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια. Για τον λόγο αυτό, οι τράπεζες επιδιώκουν ισορροπία μεταξύ τόκων, προμηθειών και ψηφιακών υπηρεσιών.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Τα συνολικά έσοδα στο πρώτο τρίμηνο αυξήθηκαν κατά 6% για Εθνική Τράπεζα και Eurobank, κατά 8% για Alpha Bank και κατά 1% για Πειραιώς. Την ίδια περίοδο, τα λειτουργικά έξοδα κινήθηκαν υψηλότερα, επηρεασμένα από τον πληθωρισμό, την ενσωμάτωση εξαγορών και τις επενδύσεις σε τεχνολογικές υποδομές.
Παρά την αύξηση των δαπανών, οι δείκτες κόστους προς έσοδα παρέμειναν σε επίπεδα μεταξύ 36,3% και 39%. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος της αύξησης των εσόδων εξακολουθεί να μετατρέπεται σε λειτουργική κερδοφορία.
ΚΕΦΑΛΑΙΑ
Η ποιότητα των ισολογισμών παραμένει βασικός παράγοντας για τον κλάδο. Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων βρίσκονται πλέον μεταξύ 2,1% και 3,7%, σημαντικά χαμηλότερα από τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας. Παράλληλα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας CET1 διαμορφώνονται από 12,6% έως 17,4%, παρέχοντας περιθώριο για απορρόφηση κινδύνων και διανομή κεφαλαίου στους μετόχους.
Η νέα άνοδος των επιτοκίων μπορεί να προσφέρει πρόσθετη στήριξη στην κερδοφορία. Ωστόσο, η διατήρηση των αποτελεσμάτων θα εξαρτηθεί και από την αύξηση των προμηθειών, την πορεία της πιστωτικής ζήτησης και τον έλεγχο του λειτουργικού κόστους.

