Την 50ή θέση στη διεθνή κατάταξη ανταγωνιστικότητας του International Institute for Management Development (IMD) διατήρησε η Ελλάδα το 2026, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα με το προηγούμενο έτος.
Η αξιολόγηση περιλαμβάνει 70 οικονομίες και εξετάζει ένα ευρύ σύνολο παραγόντων που επηρεάζουν την ικανότητα μιας χώρας να προσελκύει επενδύσεις, να στηρίζει την παραγωγή και να δημιουργεί συνθήκες ανάπτυξης.
Τα αναλυτικά στοιχεία της Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας δημοσιοποιήθηκαν από τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Ελλάδος, ο οποίος εκπροσωπεί το IMD στην Ελλάδα. Η χώρα παραμένει στα ίδια επίπεδα με το 2025, ωστόσο βρίσκεται τρεις θέσεις χαμηλότερα από το 2024. Στην πενταετία 2022-2026 κινείται μεταξύ της 47ης και της 50ής θέσης.
Διαβάστε ακόμα: Χημική βιομηχανία: Στόχος οι εξαγωγές και η ανταγωνιστικότητα
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα εμφανίζει μικρή βελτίωση. Κατατάσσεται στην 21η θέση μεταξύ των κρατών-μελών που συμμετέχουν στην έρευνα, έναντι της 22ης θέσης πέρυσι. Η μεταβολή αυτή δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα, αλλά δείχνει ότι η σχετική θέση της χώρας στην ευρωπαϊκή σύγκριση ενισχύθηκε οριακά.
Η κατάταξη του IMD δεν αποτυπώνει μόνο την πορεία του ΑΕΠ ή των εξαγωγών. Συνδυάζει στοιχεία για τη λειτουργία του κράτους, το επιχειρηματικό περιβάλλον, την αγορά εργασίας, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, την εκπαίδευση, τις υποδομές και την τεχνολογική ετοιμότητα. Για τις επιχειρήσεις, τα ευρήματα λειτουργούν ως ένδειξη για τα εμπόδια και τις δυνατότητες που διαμορφώνονται στην οικονομία.
ΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ
Η καλύτερη επίδοση της Ελλάδας καταγράφεται στην οικονομική αποδοτικότητα, όπου η χώρα βελτιώθηκε κατά δύο θέσεις και ανέβηκε στην 51η από την 53η θέση. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη συνολική εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας, του εμπορίου, της απασχόλησης και των επενδύσεων.
Αντίθετα, στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα η Ελλάδα υποχώρησε έξι θέσεις, καταλαμβάνοντας την 59η θέση από την 53η. Ο συγκεκριμένος πυλώνας περιλαμβάνει ζητήματα όπως η φορολογία, το θεσμικό πλαίσιο, η ταχύτητα των διοικητικών διαδικασιών και η σταθερότητα των κανόνων για τις επιχειρήσεις.
Στην επιχειρηματική αποτελεσματικότητα η χώρα παρέμεινε στην 53η θέση. Η κατηγορία αυτή αφορά την παραγωγικότητα, τη διοικητική πρακτική, τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε δεξιότητες και κεφάλαια.
ΥΠΟΔΟΜΕΣ
Στις υποδομές, η Ελλάδα υποχώρησε τέσσερις θέσεις, από την 40ή στην 44η, σημειώνοντας τη χαμηλότερη επίδοσή της στην κατηγορία κατά την τελευταία πενταετία. Ο δείκτης περιλαμβάνει φυσικές, τεχνολογικές, επιστημονικές και εκπαιδευτικές υποδομές, καθώς και στοιχεία που αφορούν την υγεία και το περιβάλλον.
Στις πρώτες θέσεις της κατάταξης βρίσκονται η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και η Ελβετία. Η παρουσία μικρότερων οικονομιών στις κορυφαίες θέσεις δείχνει ότι το μέγεθος μιας χώρας δεν αποτελεί από μόνο του καθοριστικό παράγοντα. Για την Ελλάδα, τα στοιχεία αναδεικνύουν την ανάγκη για σταθερές παρεμβάσεις στην παραγωγή, την καινοτομία, τις δεξιότητες, το ενεργειακό κόστος και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Η Πρόεδρος του ΣΒΕ Λουκία Σαράντη, δήλωσε:
«Η διατήρηση της Ελλάδας στην 50ή θέση υπενθυμίζει ότι, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες που περιορίζουν την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλού επιπέδου, ισχυρή επιχειρηματική βάση και σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες.
Για να μετατραπούν όμως αυτά τα πλεονεκτήματα σε υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, απαιτείται μια συνεκτική εθνική στρατηγική με έμφαση στην παραγωγή, την καινοτομία, τις δεξιότητες, την ενεργειακή ανταγωνιστικότητα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Αν θέλουμε μια οικονομία πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφή και πιο ανθεκτική, χρειάζονται σταθερές πολιτικές που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και της παραγωγής. Η έκθεση δείχνει πού βρισκόμαστε. Το ζητούμενο είναι να αποφασίσουμε πόσο γρήγορα θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά.»

