Μια αναλυτική ματιά στα πεπραγμένα της ελληνικής αγοράς του αυτοκινήτου και τα συμπεράσματα που μπορεί να βγάλει κανείς για το μέλλον. Το αυτοκίνητο αποτελεί ένα αγαθό καθημερινής χρήσης, του οποίου η ζήτηση επηρεάζεται από την πορεία της οικονομίας και την ψυχολογία του καταναλωτή. Η συγκρατημένη ψυχολογία αγορών και η μείωση της αγοραστικής δύναμης, σε συνδυασμό με το πολιτικό οικονομικό περιβάλλον σε όλο το εύρος των διεργασιών του, επιδρούν με ανάλογο τρόπο στον ομώνυμο κλάδο.
Του Ξενοφώντος Καραβίδα
Η αγορά αυτοκινήτου, χωρίς να συμπεριληφθούν οι φόροι από τις ασφάλειες, τα καύσιμα και τα ελαστικά, συμβάλλει σημαντικά στα δημοσιονομικά έσοδα. Το κράτος αποκομίζει ετησίως μόνο από την αγορά νέων αυτοκινήτων 480 εκατ. ευρώ και 1,45 δισ. από τέλη κυκλοφορίας και φόρους. Αναμφίβολα η οικονομική στενότητα έχει επηρεάσει την αγορά, συμπαρασύροντας συναφείς κλάδους, όπως συνεργεία, ανταλλακτικά, ελαστικά, λιπαντικά, αξεσουάρ αυτοκινήτου.
Το 2025 η αγορά παρουσίασε άνοδο, με 144.200 πωλήσεις καινούργιων οχημάτων και ρεκόρ 16ετίας με άνοδο πάνω από 4%-5%. Ενδεικτικά σημειώνεται πως το μακρινό 2004 η αγορά μετρούσε 289.753 ταξινομήσεις και 58.482 το 2012. Ωστόσο, η απελευθέρωση της πετρελαιοκίνησης έστρεψε τους καταναλωτές σε μικρού κυβισμού αυτοκίνητα (1.200-1.600 cc), με κινητήρες diesel και στους μικρούς κινητήρες βενζίνης με turbo (9.00-1.600 cc).
Σήμερα, μεγάλο ποσοστό των πωλήσεων είναι εταιρικές πωλήσεις και οι υπόλοιπες είναι λιανική πώληση. Ο κλάδος LTR/RAC αριθμεί γύρω στις 3.300 επιχειρήσεις, απασχολεί περίπου 30.000 εργαζομένους και διατηρεί στόλο 150.000 αυτοκινήτων, εκ των οποίων περίπου 60.000 απασχολούνται σε βραχυχρόνιες τουριστικές μισθώσεις.
Το γεγονός ότι οι εταιρικές πωλήσεις εμφανίζουν ανοδική πορεία σε σύγκριση με τις πωλήσεις λιανικής καταδεικνύει τη χαμηλή δυναμική που έχει ο Ελληνας καταναλωτής, όπως και την αδυναμία του τραπεζικού συστήματος να παρέχει καταναλωτικά δάνεια.
ΣΤΡΟΦΗ ΣΕ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ
Παράλληλα, η οικονομική στενότητα των καταναλωτών έχει στρέψει το ενδιαφέρον του αγοραστικού κοινού σε μεταχειρισμένα αυτοκίνητα μικρού κυβισμού, με χαμηλά τέλη κυκλοφορίας και χαμηλό κόστος χρήσης/συντήρησης. Στη δύσκολη αυτή κατάσταση προστέθηκαν και τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αμφιβόλου προελεύσεως, όπου ο Σύνδεσμος Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων θεωρεί πως «κανιβαλίζουν» την αγορά συνολικά.
Ως εκ τούτου, η αγορά έχει κατανοήσει τα καινούργια δεδομένα και επιβιώνουν οι εμπορίες που έχουν όραμα, πάθος γι’ αυτό που κάνουν και μειωμένα κόστη λειτουργίας.
Η κρίση επηρέασε τις καταναλωτικές προτιμήσεις των αγοραστών στην επιλογή του αυτοκινήτου τους, με εμφανείς συμβιβασμούς στο μέγεθος, στην ποιότητα και αξιοπιστία, την τεχνολογία κίνησης που διαθέτουν. Ωστόσο, δίνεται έμφαση στη μέση κατανάλωση συμβατικού καυσίμου που απαιτείται για την κίνησή τους. Καταφανέστατα επήλθαν αλλαγές στις στάσεις και τις αξίες των Ελλήνων καταναλωτών, οι οποίοι έβλεπαν το αυτοκίνητο ως μέσο επίδειξης και νεοπλουτισμού.
Προσδοκία των επιχειρήσεων είναι η αγορά να σταθεροποιηθεί τα επόμενα χρόνια στις 130.000 πωλήσεις νέων αυτοκινήτων ετησίως, αφού οι αγοραστικές δυνατότητες βάσει των νέων δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί στην οικονομία οδηγούν προς τα εκεί.
Στο πλαίσιο αυτό, η πλεονάζουσα παραγωγή και η μετατόπιση της παγκόσμιας ζήτησης σε οχήματα μικρότερου κυβισμού με χαμηλότερη κατανάλωση και λιγότερους ρύπους αποτελούν τις πιο ρεαλιστικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αυτοκινητοβιομηχανία.
ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΙΕΣΗΣ
Αξιολογώντας την ένταση και την έκταση της ύφεσης στη χώρα μας, στα επόμενα έτη εκτιμάται πως θα συνεχιστεί η υψηλή πίεση στην ήδη δοκιμαζόμενη ελληνική αγορά αυτοκινήτου. Πέρα από μέτρα όπως η απόσυρση, η φορολογική μεταρρύθμιση κρίνεται απολύτως αναγκαία, ώστε να αναταχθούν τα σχετιζόμενα δημοσιονομικά έσοδα και να διατηρηθούν στον κλάδο οι χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η απασχόληση. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται μια σταθεροποίηση με κυβερνητική μέριμνα στην ενίσχυση της λιανικής τραπεζικής, έτσι ώστε να μπορέσει να ξαναλειτουργήσει ο κλάδος χρηματοδότησης του λιανικού εμπορίου.
Αναμφίβολα ο παραγωγικός κλάδος του αυτοκινήτου στην Ελλάδα επιθυμεί από το κράτος να αξιολογήσει πιο ορθολογιστικά τον κλάδο του αυτοκινήτου και όχι ως μία ευκαιριακή πηγή εσόδων. Αναλύοντας τον κλάδο, τεχνοκρατικά τεκμηριωμένες προτάσεις στελεχών του κλάδου είναι η κατάργηση της φορολογίας αγοράς αυτοκινήτου (τέλος ταξινόμησης). Η εκλογίκευση των τεκμηρίων. Η αναπροσαρμογή του φορολογικού πλαισίου για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα σε συνδυασμό με εκλογίκευση των τελών κυκλοφορίας και των φόρων στα καύσιμα. Η προσαρμογή της φορολογίας με βάση τα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα, υιοθετώντας ως κριτήρια τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των αυτοκινήτων (αντιρρυπαντική τεχνολογία και εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα). Η καθιέρωση μόνιμων οικονομικών «αντικινήτρων» στη χρήση των πολύ παλαιών αυτοκινήτων, ηλικίας άνω των 15-20 ετών (π.χ., προγράμματα απόσυρσης).
Αναμφίβολα, η ύπαρξη γόνιμου διαλόγου μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών και η κατανόηση από το κράτος της δυναμικής και της συμβολής που έχει στο ΑΕΠ και στα δημόσια έσοδα ο κλάδο θα οδηγήσουν σε καλύτερες ημέρες την αγορά του αυτοκινήτου.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (13 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026)




