Οι αγορές υποτιμούν τον κίνδυνο, ενώ ο πληθωρισμός επιμένει, περιορίζοντας τα περιθώρια δράσης για χώρες με υψηλό χρέος και εύθραυστες ισορροπίες
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Σε νέα δοκιμασία για την οικονομική και πολιτική αντοχή της Ευρωπαϊκής Ενωσης εξελίσσεται η κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους, η πίεση στις μεταφορές και ο κίνδυνος νέου πληθωριστικού κύματος επαναφέρουν το ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί να απαντήσει με τα εργαλεία που έχει σήμερα ή αν θα αναγκαστεί να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για πιο έκτακτες λύσεις.
Η επίσημη γραμμή των Βρυξελλών παραμένει προς το παρόν επιφυλακτική. Ο Βάλντις Ντομπρόβσκις στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών «χαμήλωσε» δημόσια τις προσδοκίες για ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής, δείχνοντας προς προσωρινά και στοχευμένα μέτρα αντί για οριζόντια χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων, ως άλλο ένα δείγμα της προσπάθειας της Κομισιόν να αποφύγει το μήνυμα επιστροφής σε μια περίοδο γενικευμένης δημοσιονομικής εξαίρεσης, ιδίως σε μια στιγμή που το χρέος παραμένει υψηλό σε αρκετές χώρες και οι αγορές παρακολουθούν στενά τις αποδόσεις των ομολόγων.
Ωστόσο, το πρόβλημα για την οικονομία της Ε.Ε. είναι πολύπλευρο και αν η κρίση κρατήσει μέχρι το καλοκαίρι ή περάσει σε δεύτερο κύμα αυξήσεων, τότε το σημερινό ευρωπαϊκό «όχι» στη ρήτρα διαφυγής θα δοκιμαστεί στην πράξη.
Επ’ αυτού, οι συγκρίσεις με το 2022 δεν είναι πάντα δόκιμες. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι η Ευρώπη δεν μπαίνει στη νέα κρίση με τους ίδιους όρους. Τότε τα επιτόκια ήταν χαμηλότερα, οι δημοσιονομικοί κανόνες είχαν ανασταλεί και υπήρχε μεγαλύτερη ανοχή στις κρατικές παρεμβάσεις. Σήμερα οι κανόνες έχουν επιστρέψει, οι χώρες παρακολουθούνται μέσα από την πορεία των καθαρών δαπανών και κάθε νέο μέτρο κρίνεται όχι μόνο από το άμεσο κόστος του, αλλά και από το αν προκαλεί μόνιμη δημοσιονομική επιβάρυνση.
25 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΟΡΥΚΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ
Την ίδια ώρα, όμως, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει τη διάρκεια της κρίσης και συνακόλουθα τις οικονομικές επιπτώσεις της. Η Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν έδωσε στην ευρωπαϊκή συζήτηση πιο πρακτική διάσταση, επισημαίνοντας ότι από την αρχή της σύγκρουσης ο λογαριασμός της Ε.Ε. για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα αυξήθηκε πάνω από 25 δισ. ευρώ, χωρίς να προστεθεί ούτε μία επιπλέον μονάδα ενέργειας. Το μήνυμά της ήταν ότι η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη όσο εξαρτάται από εισαγόμενα καύσιμα και από θαλάσσιες οδούς που μπορούν να κλείσουν από μια γεωπολιτική κρίση. Από την πλευρά της η Φον ντερ Λάιεν συνέδεσε την αναγκαία ευρωπαϊκή απάντηση με νέες ενεργειακές διαδρομές, στενότερη συνεργασία με χώρες της Μέσης Ανατολής, μεγαλύτερο συντονισμό στην ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής.
Αλλά και ο ESM προειδοποιεί ότι οι αγορές μπορεί να υποτιμούν το βάθος και τη διάρκεια της αναταραχής, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο για την οικονομία, καθώς αν οι τιμές της ενέργειας δεν ομαλοποιηθούν γρήγορα και αν η προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμείνει υπό πίεση, τότε η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που δεν θα λύνεται μόνο με μικρές εθνικές διορθώσεις.
Το «καμπανάκι» του ESM δίνει βάρος στη συζήτηση, γιατί δεν αφορά μόνο τις τιμές της ενέργειας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η κρίση μπορεί να περάσει στις αγορές και στα δημόσια οικονομικά. Ο επικεφαλής Πιερ Γκραμένια σημειώνει ότι οι αγορές εξακολουθούν να λειτουργούν, με την υπόθεση ότι η ένταση θα τελειώσει σύντομα. Παράλληλα, προέβλεψε ότι η ενεργειακή αναταραχή θα συνεχιστεί, ενώ ο πληθωρισμός κινείται ήδη γύρω στο 3%. Το συμπέρασμα είναι όσο η κρίση κρατά τόσο θα στενεύει ο δημοσιονομικός χώρος για χώρες με υψηλό χρέος και ανοιχτά μέτωπα προσαρμογής.
Ωστόσο, δημοσίως οι Βρυξέλλες δεν θέλουν να ανοίξουν ακόμα θέμα γενικευμένης δημοσιονομικής εξαίρεσης, γιατί ένα τέτοιο μήνυμα θα μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές και να δημιουργήσει προσδοκίες για νέο κύκλο παρεμβάσεων. Στο παρασκήνιο, όμως, πολλές κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι αν η κρίση επιδεινωθεί, οι εθνικές αντοχές δεν θα είναι ίδιες για όλους.
Οι χώρες που βρίσκονται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, όσες έχουν υψηλό χρέος και όσες καλούνται να μειώσουν τα ελλείμματά τους μέσα σε πιο ακριβό χρηματοδοτικό περιβάλλον, θα χρειαστούν εκ των πραγμάτων πιο δραστική λύση αν το ενεργειακό σοκ περάσει στην ανάπτυξη και στους προϋπολογισμούς, γι’ αυτό και η ρήτρα διαφυγής δεν μπορεί να αφαιρεθεί οριστικά από το τραπέζι.
Η ελληνική θέση και τα όρια των νέων μέτρων
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η χώρα μπαίνει σε αυτή τη φάση με καλύτερη εικόνα σε σχέση με το παρελθόν. Το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται, τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι υψηλά και η αγορά αντιμετωπίζει πλέον την Ελλάδα με διαφορετικό τρόπο από ό,τι την προηγούμενη δεκαετία. Από την άλλη, αυτή η βελτιωμένη εικόνα δεν σημαίνει ότι υπάρχει λευκή επιταγή για νέα μέτρα χωρίς όρια…
Η Αθήνα υπογραμμίζει την ανάγκη να υπάρχει έτοιμη ευρωπαϊκή απάντηση αν η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί και περάσει από την ενέργεια στην ανάπτυξη, στον πληθωρισμό και στα δημόσια οικονομικά, με τη λογική ότι καμία χώρα δεν μπορεί να θεωρείται πλήρως θωρακισμένη απέναντι σε ένα σοκ τέτοιου μεγέθους.
Η σταθερή προσπάθεια της Αθήνας είναι να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των εθνικών πακέτων στο επίπεδο της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας, καθώς αν η κρίση μείνει περιορισμένη, οι κυβερνήσεις μπορούν να κινηθούν με στοχευμένες παρεμβάσεις και προσωρινά μέτρα. Αν όμως υπάρξουν σοβαρές διαταραχές στην τροφοδοσία πετρελαίου, νέες αυξήσεις στο φυσικό αέριο, πιέσεις στα καύσιμα μεταφορών και επιβάρυνση της τουριστικής περιόδου, τότε το κόστος δεν θα κατανεμηθεί ομοιόμορφα, καθώς οι χώρες με μεγαλύτερο χρέος, υψηλότερα ελλείμματα ή μικρότερο δημοσιονομικό χώρο θα πιεστούν πιο γρήγορα.
Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να θέλει να προστατεύσει την εικόνα που έχει χτίσει στις αγορές. Η αποκλιμάκωση του χρέους και η βελτίωση της σχετικής θέσης της χώρας στην Ευρωζώνη είναι πλεονέκτημα, καθώς εάν η Ελλάδα διατηρήσει τη δημοσιονομικά προσεκτική στάση μπορεί να ενισχύσει την απόσταση από το παλιό αφήγημα περί του πλέον «αδύναμου κρίκου» της Ευρωζώνης, με τις εκτιμήσεις ήδη να προδικάζουν πως έως το τέλος του 2026 θα πάψει να είναι η πιο χρεωμένη χώρα του ευρώ, ξεπερνώντας την Ιταλία, η οποία κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα…
Τα… πήλινα πόδια «γονατίζουν» την Ιταλία
Η Ιταλία είναι η χώρα η οποία μέχρι στιγμής έχει θέσει πιο ανοιχτά και επιτακτικά το θέμα της ρήτρας διαφυγής. Η γειτονική χώρα παραμένει δημοσιονομικά ευάλωτη, καθώς έκλεισε το 2025 με έλλειμμα 3,1% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος 137,1% του ΑΕΠ, δηλαδή το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση μετά την Ελλάδα. Παράλληλα, το Συμβούλιο της Ε.Ε. έχει ζητήσει από την Ιταλία να τερματίσει τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος έως το 2026, κάτι που περιορίζει τα περιθώρια της κυβέρνησης Μελόνι σε μια περίοδο που οι πιέσεις από την ενέργεια και την ανάπτυξη μεγαλώνουν.
Ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ματέο Σαλβίνι, δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η Ιταλία χρειάζεται δημοσιονομική ευελιξία για να βοηθήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος, στέλνοντας σήμα ότι η Ρώμη είναι πιθανό να εγκαταλείψει τα σχέδιά της να μειώσει φέτος το έλλειμμα της χώρας κάτω από το 3% του ΑΕΠ.
Στην πράξη η Ιταλία δεν φοβάται μόνο το έλλειμμα, αλλά και τον συμβολισμό της σύγκρισης με την Ελλάδα. Πηγές της «DEALnews» που γνωρίζουν τα τεκταινόμενα επισημαίνουν ότι η Ρώμη «καίγεται» να μη βρεθεί πάνω από την Αθήνα στη λίστα των πιο υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης, καθώς ένα τέτοιο σήμα θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετωπίζουν οι αγορές.
Με λίγα λόγια, η Ιταλία κινδυνεύει να βρεθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ανησυχίας, σε μια στιγμή που οι δημοσιονομικές της αντοχές είναι περιορισμένες και η ανάγκη για στήριξη μπορεί να εκτοξευτεί αν η ενεργειακή πίεση κρατήσει.
Φόβος για δημοσιονομικό «τσουνάμι» που μπορεί να πλήξει περισσότερες οικονομίες
Ωστόσο, η συζήτηση για τη ρήτρα διαφυγής δεν αφορά μόνο την Ιταλία, ακόμα κι αν η Ρώμη είναι σήμερα εκείνη που πιέζει πιο έντονα. Αν η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί, το πρόβλημα δεν θα μείνει στις χώρες με ήδη βεβαρημένα δημοσιονομικά.
Η Γαλλία δείχνει ότι το ρίσκο δεν περιορίζεται στον ευρωπαϊκό Νότο με τη στενή έννοια. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται ήδη υπό πίεση, ενώ το γαλλικό Ανώτατο Συμβούλιο Δημόσιων Οικονομικών προειδοποίησε ότι ο πόλεμος, οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου και ο κίνδυνος αυξημένων αποδόσεων μπορούν να εκτροχιάσουν την πορεία μείωσης του ελλείμματος. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση μπορεί να χτυπήσει όχι μόνο τους πιο αδύναμους κρίκους, αλλά και μεγάλες οικονομίες που αποτελούν μέρος του πυρήνα της Ευρωζώνης, θέτοντας υπαρξιακά ερωτήματα για το ευρώ αν δεν ληφθούν δραστικές αποφάσεις.
Οι Βρυξέλλες γνωρίζουν πως αν ένα δημοσιονομικό «τσουνάμι» χτυπήσει περισσότερες οικονομίες, τότε η συζήτηση αλλάζει χαρακτήρα και «μεγάλα όπλα» όπως η ρήτρα διαφυγής γίνονται πιθανές ευρωπαϊκές λύσεις απέναντι στον κίνδυνο ευρύτερης μετάδοσης.
Αρμόδιες πηγές αναφέρουν στην «DEALnews» πως οι αγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη και το κρίσιμο δημοσιονομικό στοιχείο δεν είναι μόνο πού θα πάνε οι αποδόσεις των ομολόγων, αλλά πώς θα κινηθούν τα spreads, καθώς εκεί φαίνεται αν η πίεση μένει ελεγχόμενη ή αν αρχίζει να περνά από χώρα σε χώρα, από τα κρατικά ομόλογα στις τράπεζες και από τις τράπεζες στο κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Οι ίδιες πηγές τονίζουν την ανάγκη ευρωπαϊκού συντονισμού ως βασικής προϋπόθεσης σταθερότητας για την ίδια την Ευρώπη, προκειμένου να αποφευχθεί ένα σενάριο δημοσιονομικής κρίσης που θα είναι διαλυτική για την ίδια την Ενωση.
Ετσι, ακόμα και αν η ρήτρα διαφυγής δεν είναι σήμερα η πρώτη επιλογή, οι Βρυξέλλες είναι υποχρεωμένες να τη διατηρούν στη φαρέτρα τους όσο ο πόλεμος κινείται προς το άγνωστο, σε ό,τι αφορά τη διάρκεια αλλά και την επέκτασή του. Διότι ακόμα και οι σημερινές αντιστάσεις θα καμφθούν μπροστά στην υπαρξιακή αγωνία της Ευρωπαϊκής Ενωσης να διατηρηθεί στη «ζωή», όταν η μία μετά την άλλη οι χώρες που τη συναπαρτίζουν θα «πετιούνται» εκτός δημοσιονομικού πλαισίου, αμφισβητώντας έτσι τα ίδια τα θεμέλια πάνω στα οποία υποτίθεται πως οφείλει να λειτουργεί η Ε.Ε.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)




