Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, τοποθετήθηκε δημόσια για ζητήματα λειτουργίας των θεσμών και καταπολέμησης της διαφθοράς, στο πλαίσιο του Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, θέτοντας στο επίκεντρο τη διαδικασία ανανέωσης της θητείας των εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων και τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η ίδια περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι διορισμοί και οι ανανεώσεις θητείας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εξηγώντας ότι οι εθνικές αρχές προτείνουν υποψηφίους και στη συνέχεια το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποφασίζει για τον διορισμό ή την ανανέωση. Όπως ανέφερε, η διαδικασία εφαρμόστηκε και στην περίπτωση της Ελλάδας, με την ανανέωση της θητείας δύο εισαγγελέων, ενώ συνολικά ανανεώθηκαν περισσότερες από 100 θητείες σε 22 χώρες χωρίς να υπάρξουν ενστάσεις.
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Αναφερόμενη σε διαφωνίες που έχουν εκφραστεί, η κ. Κοβέσι σημείωσε ότι, εφόσον υπάρχει διαφορετική ερμηνεία του νομικού πλαισίου, η προσφυγή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί τη θεσμική οδό για την επίλυση της διαφοράς. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι το ισχύον πλαίσιο είναι σαφές και δεν καθιστά αναγκαία μια τέτοια εξέλιξη.
ΟΠΕΚΕΠΕ
Στο ίδιο πλαίσιο, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αναφέρθηκε εκτενώς στον ΟΠΕΚΕΠΕ, επισημαίνοντας ότι η συζήτηση γύρω από διαδικαστικά ζητήματα απομακρύνει την προσοχή από την ουσία. Υποστήριξε ότι ο οργανισμός έχει συνδεθεί με φαινόμενα διαφθοράς, τονίζοντας την ανάγκη να εξεταστούν πρακτικές που σχετίζονται με τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων.
ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η κ. Κοβέσι επεσήμανε ότι πράξεις όπως η κατάχρηση εξουσίας και η απάτη αποτελούν ποινικά αδικήματα σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία. Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για τη μεταχείριση τέτοιων υποθέσεων, αναφέροντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η επιστροφή χρημάτων μπορεί να οδηγεί σε απαλλαγή από περαιτέρω συνέπειες.
ΜΗΝΥΜΑ
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, υπογράμμισε ότι πρακτικές που σχετίζονται με εξυπηρετήσεις ή παρεμβάσεις υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων δεν μπορούν να θεωρούνται μέρος της πολιτικής λειτουργίας. Επανέλαβε ότι η τήρηση των κανόνων και η σαφής εφαρμογή της νομοθεσίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την προστασία των ευρωπαϊκών πόρων και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.



